Τρίτη, 5 Δεκεμβρίου 2017

Ἡ ἀναγνώριση τοῦ βαπτίσματος τῶν ἑτερόδοξων ὡς βάση, μιᾶς νέας ἐκκλησιολογίας

«Βαπτισματική Ἑνότητα» καί ἡ Πανορθόδοξος Σύνοδος
                                                                                                                                                                                                                                                 πρωτοπρεσβυτέρου Πέτρου Ἄλμπαν Χίρς
Ἡ ἐκ μέρους τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας κατανόηση τοῦ ἑτεροδόξου βαπτίσματος πηγάζει καί καθορίζεται ἀπό τήν ἐπίγνωση τῆς ὕπαρξής της ὡς τῆς «μιᾶς, ἁγίας, καθολικῆς καί ἀποστολικῆς ἐκκλησίας», πού ἀποκλειστικά τελεῖ τό ἕνα βάπτισμα στόν θάνατο καί στήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Καί αὐτό ἐπειδή «σημαίνεται ἡ Ἐκκλησία ἐν τοῖς μυστηρίοις».[1] «Ἡ Ἐκκλησία ὑπάρχει καί συνεχῶς μορφοῦται ἐν τοῖς μυστηρίοις καί διά τῶν μυστηρίων. Οἱ διαβιοῦντες ἐκτός της μυστηριακῆς ζωῆς εἶναι ἐκτός τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ».[2]

Τό «Ἕνα Βάπτισμα» καί τό Βάπτισμα τῶν Αἱρετικῶν
Τό Ἅγιο Βάπτισμα εἶναι ἡ εἴσοδος στό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, καί ὡς ἐκ τούτου τό θεμέλιο καί ἡ προϋπόθεση ὅλων τῶν ἐπακόλουθων μυστηρίων. Ὅπως ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶπε: «ἐάν μή τις γεννηθῇ ἐξ ὕδατος καί πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» [3]. Ἡ αὐτογνωσία τῆς Ἐκκλησίας ἐκφράζεται πρωτίστως στό Σύμβολο τῆς Πίστεως [4], ἀλλά ἐπίσης καί στά αἰώνια λόγια τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ὅτι ὑπάρχει «εἷς Κύριος, μία πίστις, ἕν βάπτισμα· εἷς Θεός καί πατήρ πάντων, ὁ ἐπί πάντων καί διά πάντων καί ἐν πᾶσιν». [5] «Σ’ αὐτήν τήν ἀδιάσπαστη ἑνότητα ἀνήκει τό χριστιανικό βάπτισμα, σ’αὐτήν στηρίζεται ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας».[6] «Ὁ ἕνας Κύριος, ἡ μία πίστη, τό ἕνα βάπτισμα» καί τά τρία αὐτά – «συνθέτουν τήν ἔννοια τῆς μιᾶς Ἐκκλησίας καί διασφαλίζουν τήν ἀδιάσπαστη ἑνότητα της».[7] «Ἐκτός αὐτῆς ὅ,τι λέγεται «Ἐκκλησία» εἶναι συνάθροιση αἱρετικῶν πού ἔχουν ἀπολέσει τή μία πίστη στόν ἕνα Κύριο καί κατά συνέπεια τό βάπτισμα, τό ὁποῖο τελεῖται ἀπό αὐτούς, δέν εἶναι τό χριστιανικό βάπτισμα» [8]. Γιά τόν λόγο αὐτό οἱ αἱρετικοί καί οἱ σχισματικοί εἰσέρχονται στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας διά τοῦ βαπτίσματος.

H Ἐκκλησιαστική Οἰκονομία
Ἐπειδή ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἐν πλήρει ἐννοίᾳ ὁ οἰκονόμος καί ὁ ἀπόλυτος διαχειριστής τῶν μυστηρίων, ἐμπίπτει στόν σκοπό τῆς οἰκονομίας της νά δέχεται ἐάν τό θεωρεῖ δέον τά «μυστήρια» πού τελοῦνται ἐκτός Ἐκκλησίας, ἀπό τούς μή Ὀρθοδόξους, «ἄν καί αὐτά τά μυστήρια δέν εἶναι μυστήρια, ἐάν θεωροῦνται καθεαυτά καί μακριά ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία» [9]. Γι’αὐτόν τόν λόγο  οἱ ἱεροί κανόνες καί ἡ ἱερά παράδοσις προβλέπουν τήν ἐφαρμογή τῆς «ἐκκλησιαστικῆς οἰκονομίας». Αὐτή ἡ θεραπεία τῆς ἀντικανονικότητας ἐφαρμόζεται σέ αὐτούς πού ἀσθενοῦν στήν πίστη καί στήν ἐκκλησιαστική κοινωνία (δηλ. αἱρετικούς καί σχισματικούς), οἱ ὁποῖοι ὡστόσο «διασώζουν…καί τηροῦν βασικά τόν κανονικό βαπτισματικό τύπο» [10], δηλαδή, τελoῦν «τό βάπτισμα μέ τριπλή κατάδυση καί ἀνάδυση κατά τόν ἀποστολικό καί πατερικό τύπο του» [11]. Ὅταν αὐτή ἡ προϋπόθεση δέν ὑφίσταται, δέν εἶναι σκόπιμη καί οἰκοδομητική ἡ ἐφαρμογή τῆς «ἐκκλησιαστικῆς οἰκονομίας».

Ὁ ρόλος τῆς ἐκκλησιαστικῆς «οἰκονομίας» καί τά ὅριά της
Ἡ ἐφαρμογή τῆς οἰκονομίας μέ κανένα τρόπο δέν συνεπάγεται τήν ἀναγνώριση τῶν μυστηρίων καθεαυτά τῶν μή Ὀρθοδόξων. Αὐτό εἶναι κάτι πού ἀφορᾶ μόνο τά «μυστήρια» αὐτῶν πού εἰσέρχονται στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία [12]. Καί αὐτό, διότι ἡ αἵρεση καί τό σχίσμα ἐπέφεραν τήν ἀποκοπή ἀπό τή μία Ἐκκλησία καί συνεπῶς τήν ἀπώλεια τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς καί τῆς κανονικῆς ἱερωσύνης.[13] Ἡ Ἐκκλησία, ἑπομένως, πάντοτε καθοδηγούμενη ἀπό ποιμαντική φροντίδα, ἐφαρμόζει τήν οἰκονομία σέ ἰδιαίτερες περιπτώσεις μόνον ὅταν αὐτό ὁδηγεῖ στήν ἐπιστροφή τῶν ἑτεροδόξων χωρίς νά συσκοτίζει τήν ἀλήθεια τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας [14]. Ἡ «οἰκονομία» πάντοτε κινεῖται μέσα στό πνεῦμα καί στή βούληση τοῦ κανόνα τῆς πίστεως καί σκοπεύει στόν ἴδιο στόχο, ἔχοντας τήν ἀκρίβεια ὡς μέτρο καί τίς ἀρχές πού διατυπώνονται στό Εὐαγγέλιο ὡς ὁδηγό της. «Ἐάν ἡ «οἰκονομία» ὑπερβαίνει τόν κανόνα, δέν μπορεῖ ὅμως σέ καμμία περίπτωση νά τόν ἀντιστρατευθεῖ… Μπορεῖ νά εἶναι ὑπερβατική, οὐδέποτε ὅμως ἀνατρεπτική» [15]. Εἴτε, λοιπόν, ἡ Ἐκκλησία ἐφαρμόζει τήν «κατ’ἀκρίβειαν» θεραπεία τοῦ βαπτίσματος ἤ τήν «κατ’ οἰκονομίαν» θεραπεία τοῦ Χρίσματος ἤ τῆς ὁμολογίας τῆς πίστεως (ὑπό προϋποθέσεων, πού, ἐπί τό πλεῖστον, δέν ὑφίστανται σήμερα), αὐτό δέν σημαίνει καμμία ἀλλαγή στήν ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία ἤ στήν μυστηριακή θεολογία, ἀλλά ἁπλῶς μία ἀλλαγή στήν ποιμαντική πρακτική».[16]

Ἡ ἀναγνώριση καθεαυτό τοῦ αἱρετικοῦ Βαπτίσματος καί υἱοθέτηση τῆς οἰκουμενιστικῆς θεωρίας τῆς «διαιρεμένης ἐκκλησίας»
Σέ ἀντίθεση μέ τήν ὀρθόδοξη ἀντίληψη βρίσκεται ἡ κυριαρχοῦσα θεωρία τῶν οἰκουμενιστῶν σέ μία σειρά σχετικῶν μέ τό βάπτισμα ὑπογεγραμμένων ἐγγράφων καί δηλώσεων στό Λίβανο, στό Βατικανό, στήν Ἀμερική, στήν Αὐστραλία, στήν Γερμανία, καί ἀλλοῦ [17]. Πράγματι, αὐτές οἱ δηλώσεις, εἶναι οὐσιαστικά σύμφωνες μέ τή νέα ἐκκλησιολογία τῆς Β’ Βατικανῆς Συνόδου. Ἡ ἐκκλησιολογία αὐτή περιέχει μία διδασκαλία περί τοῦ αἱρετικοῦ βαπτίσματος, πού ἔχει τίς ρίζες της ἀποκλειστικά στόν θεολογικό κόσμο τῶν Λατίνων, μετά τό σχίσμα, πού συνοδικά υἱοθετήθηκε καί ἐκφράστηκε καινοτομικά στήν Β’ Βατικανή Σύνοδο. Οἱ ἐκκλησιολογικές ἀπόψεις ἐξεχόντων οἰκουμενιστῶν, παρότι ὑστεροῦν σέ σχέση μέ τήν ἐκλεπτυσμένη ἀνάπτυξη τῶν ἀντίστοιχων τῆς Β’ Βατικανῆς Συνόδου, ἐντούτοις συνάδουν μέ αὐτές τῶν Λατίνων ὁμολόγων τους στά οὐσιώδη στοιχεῖα τῆς νέας ἐκκλησιολογίας. Τά δύο οὐσιώδη χαρακτηριστικά τῆς νέας ἐκκλησιολογίας – ἡ ἀναγνώριση τοῦ ἑτεροδόξου Βαπτίσματος καθεαυτόν καί ἡ συνακόλουθη ἀναγνώριση τοῦ «ἐκκλησιαστικοῦ χαρακτῆρα» τῶν ἑτεροδόξων ὁμολογιῶν – ἔχουν γίνει ἀποδεκτά ἀπό ἐξέχοντες σύγχρονους οἰκουμενιστές. 
Ὑψηλά ἱστάμενοι ἰσχυρίζονται ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί ἡ αἵρεση τοῦ παπισμοῦ εἶναι «ἀδελφές Ἐκκλησίες, ὑπεύθυνες ἀπό κοινοῦ γιά τή διαφύλαξη τῆς Μιᾶς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ» καί καλοῦν τούς ὀρθοδόξους νά ἀναγνωρίσουν ὅτι μοιραζόμαστε μέ τούς Λατίνους ἕνα κοινό βάπτισμα καί κοινή μυστηριακή ζωή [18]. Ἀπό αὐτήν τήν ἀποδοχή μιᾶς κοινῆς μυστηριακῆς ζωῆς ἀπορρέει de facto ἡ διαίρεση τῆς Ἐκκλησίας, ὄχι μόνο «ἱστορικά», ἀλλά καί «ὀντολογικά» [19]. Ἐπιπλέον, κηρύττουν, «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ», τήν παναίρεση τῆς νέας οἰκουμενικῆς ἐκκλησιολογίας, ἡ ὁποία προωθεῖ τήν ἰδέα μιᾶς διαιρεμένης ἐκκλησίας «ἐν χρόνῳ». Ἔχουν ἀναπτύξει σαφῶς ἕνα μεῖζον ἀξίωμα τῆς νέας ἐκκλησιολογίας: συγκεκριμένα ὅτι ἡ Μία Ἐκκλησία δέν ὑφίσταται σήμερα ἀποκλειστικά στό πλαίσιο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καί ὅτι οἱ χωρισμένες Ἐκκλησίες δέν παύουν νά εἶναι ἕνα, παρά τό γεγονός ὅτι ἔχει χαθεῖ ἡ ἑνότητά τῆς πίστεως [20].
Παρακαλῶ, προσέξτε ὅτι ἐδῶ, ὅπως συμβαίνει καί στό προσυνοδικό κείμενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπό χριστιανικό κόσμο», δύο ἀντίθετες ἰδέες δηλώνονται: ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία, προφανῶς μόνον ἐκτός χρόνου, ἤ κατά ἄλλους, στήν ὀντολογική της φύση, καί παρ’ ὅλα αὐτά εἶναι «διηρημένη» ἱστορικά, «ἐν χρόνῳ», καί, ἐπιπλέον, ἐνυπάρχει σέ χωρισμένες τοπικές ἐκκλησίες. Αὐτή ἡ ἀντίφαση ἀποτελεῖ ἀκρογωνιαῖο λίθο τῆς νέας ἐκκλησιολογίας, πού ἀπορρίπτει τόν λεγόμενο «οἰκουμενισμό τῆς ἐπιστροφῆς»καί ἐπιμένει στόν «οἰκουμενισμό τῆς ἐνσωμάτωσης» [21]. Τό πιό διαβόητο παράδειγμα τέτοιου «οἰκουμενισμοῦ τῆς ἐνσωμάτωσης» εἶναι ἡ Συμφωνία τοῦ Balamand. Στό Balamand, κατ’ οὐσίαν υἱοθετήθηκε ἡ ἴδια ἐκκλησιολογία πού ἀποτυπώθηκε προδήλως στό ἐν λόγῳ προσυνοδικό κείμενο – ἡ ἀναγνώριση τῶν μυστηρίων καί τοῦ «ἐκκλησιαστικοῦ χαρακτῆρα» μιᾶς ἐκκλησίας διασπασμένης καί ἐντούτοις ἀκόμη, τρόπον τινά, ἑνωμένης. Αὐτή ἡ ἐκτροπή ἔκανε τόν μακαριστό πατέρα Ἰωάννη Ρωμανίδη νά ἀναφερθεῖ στό Balamand ὡς συνέχεια, ὡς ἐπακόλουθο τῆς Β’ Βατικανῆς Συνόδου. [22]


Ἀπό τήν ἀναγνώριση μυστηρίων Ἑτερόδοξων στήν ἀναγνώριση «Ἐκκλησιαστικότητας»
Ἡ ἀπόσταση ἀπό τήν ἀναγνώριση «ἐκκλησιαστικῶν στοιχείων», πρωτίστως τό βάπτισμα, μεταξύ τῶν ἑτεροδόξων ὡς τήν ἀναγνώριση «ἐκκλησιαστικοῦ χαρακτῆρα», ἤ «ἐκκλησιαστικότητας», σέ ἑτερόδοξες ὁμολογίες, εἶναι ἕνα πολύ μικρό βῆμα. Αὐτό τό βῆμα τό ἔκανε εὔκολα ἡ Β’ Βατικανή [23]. Τώρα οἱ ὀρθόδοξοι οἰκουμενιστές περιμένουν τό βῆμα αὐτό νά τό κάνει ἡ ἐπικείμενη πανορθόδοξη Σύνοδος.
Ἡ νέα εἰκόνα τῆς Ἐκκλησίας ἡ ὁποία προβάλλεται, μέ βάση τήν ἀναγνώριση τοῦ «ἐκκλησιαστικοῦ χαρακτῆρα» ποικίλων χριστιανικῶν ὁμολογιῶν, περιγράφεται πολύ παραστατικά ἀπό τόν Ἰησουΐτη ἀκαδημαϊκό θεολόγο Francis Sullivan: «Μπορεῖ κάποιος νὰ σκεφθεῖ τὴν παγκόσμια Ἐκκλησία ὡς μία κοινωνία (communion) – σὲ ποικίλα ἐπίπεδα πληρότητας – ‘σωμάτων’ ποὺ εἶναι περισσότερο ἢ λιγότερο πλήρεις Ἐκκλησίες … εἶναι μία πραγματικὴ κοινωνία, ποὺ πραγματοποιεῖται σὲ ποικίλους βαθμοὺς πυκνότητας ἢ πληρότητας, μία κοινωνία «σωμάτων» ποὺ στὸ σύνολό τους ἔχουν πραγματικὰ ἐκκλησιαστικὸ χαρακτῆρα, παρ᾽ ὅτι κάποια πληρέστερα ἀπὸ ἄλλα» [24]. 
Εἶναι καίριας σημασίας νά ἔχει κανείς στόν νοῦ του αὐτήν τήν ἰδέα τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν διαβάζει τό προσυνοδικό κείμενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπό χριστιανικό κόσμο». Στό παραμορφωμένο οἰκουμενικό ἐκκλησιολογικό πλαίσιο τοῦ μετά τή Β΄ Βατικανή – οἰκουμενισμοῦ, ἡ ἁπλή ταύτιση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τή Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία δέν ἀποκλείει τήν ταυτόχρονη ἀναγνώριση ἄλλων ἐκκλησιῶν, ὡς φορέων «ἐκκλησιαστικοῦ χαρακτῆρα», ἔστω κι ἄν εἶναι «λιγότερο ἤ περισσότερο πλήρεις ἐκκλησίες». Μία τέτοια ἀνορθόδοξη ἀνάγνωση εἶναι πολύ πιθανόν ὅταν τό κείμενο κάνει ἰδιαίτερες ἀναφορές σέ ἑτερόδοξες ὁμολογίες ὡς «ἐκκλησίες».
Σέ ἕνα δογματικό κείμενο τέτοιας φύσεως θά ἔπρεπε νά εἶναι προφανές ὅτι ὁ ὅρος πρέπει νά χρησιμοποιηθεῖ αὐστηρά σύμφωνα μέ τήν ὀρθόδοξη ἔννοια τῆς λέξης, ὥστε νά ἀποκλειστεῖ ὁποιαδήποτε πιθανή παρερμηνεία. Μέ δεδομένο τό νέο αὐτό ἀνορθόδοξο ἐκκλησιολογικό πρότυπο τοῦ οἰκουμενισμοῦ ὑπάρχει ἐπαρκής θεολογική βάση γιά τούς ἱεράρχες τῶν τοπικῶν ἐκκλησιῶν νά ἀπορρίψουν τό ἐν λόγῳ προσχέδιο κειμένου γιά τίς σχέσεις μέ τούς ἑτεροδόξους. Ἄν, ὅμως, ἐξετάσουμε ἐπιπλέον καί τίς ἀπόψεις κάποιων ἐξεχόντων οἰκουμενιστῶν θεολόγων, μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων, ὁρισμένοι ἐκ τῶν ὁποίων μάλιστα ἔχουν ἀσχοληθεῖ ἐνεργά μέ τήν κατάρτιση τῶν προσυνοδικῶν κειμένων, τότε προβάλλει ἐπείγουσα ἡ ἀνάγκη γιά ἀνεπιφύλακτη καταδίκη τῆς νέας ἐκκλησιολογίας, οὕτως ὥστε νά μήν γίνουν ἀποδεκτές ἑτερόδοξες ἀντιλήψεις γιά τήν Ἐκκλησία ὡς ὀρθόδοξες.

Ἡ προσπάθεια – μέσῳ τοῦ προσυνοδικοῦ κειμένου περί ἑτεροδόξων νά διασφαλιστεῖ πανορθόδοξη ἀποδοχή τῆς καθεαυτό ἀναγνώρισης τοῦ ἑτεροδόξου «βαπτίσματος»
Ὀρθόδοξοι οἰκουμενιστές ἰσχυρίζονται ὅτι ἡ παράγραφος 20 τοῦ προσυνοδικοῦ κειμένου «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπό χριστιανικό κόσμο», μέ τήν παραπομπή της στόν 7ο κανόνα τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί στόν 95ο τῆς Πενθέκτης, ὑποστηρίζει τήν «κατ’ οἰκονομίαν ἀναγνώριση τοῦ ‘ὑποστατοῦ καί ἐγκύρου τοῦ βαπτίσματος τῶν ἑτεροδόξων’» [25]. Ἕνας καθηγητής διατείνεται ἐπίσης ὅτι αὐτή ἡ ἀναγνώριση «ἔχει σημαντικές συνέπειες γιά τή θεώρηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς κατάστασης ἄλλων ἐκκλησιῶν καί ἄλλων Χριστιανών», [26] συμφωνώντας ἔτσι μέ τόν Congar καί τή Β΄ Βατικανή Σύνοδο στή σύνδεση τῆς ἀναγνώρισης τοῦ βαπτίσματος μέ τήν ἀναγνώριση τῆς «ἐκκλησιαστικότητας».
Ἐπιβάλλεται νά ἐξετάσουμε μέ μεγάλη προσοχή τήν πολύ προβληματική φράση πού χρησιμοποιοῦν: «κατ’ οἰκονομίαν ἀναγνώριση τοῦ ‘ὑποστατοῦ καί ἐγκύρου τοῦ βαπτίσματος’ τῶν ἑτεροδόξων». Οἱ ἱεροί κανόνες πού ἀναφέρονται στήν παράγραφο 20 δέν περιέχουν αὐτήν τή φράση. Στήν πραγματικότητα, οὐδείς ἐκ τῶν κανόνων τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι ἀφοροῦν στήν εἰσδοχή τῶν μεταστραφέντων αἱρετικῶν, δέν περιέχει αὐτήν τή διατύπωση. Ἀπουσιάζει παντελῶς ἀπό τούς Κανόνες οἱαδήποτε ἀναφορά σέ «ἀναγνώριση τοῦ βαπτίσματος», πολλῷ δέ μᾶλλον σέ ‘κατ’ οἰκονομίαν’ ἀναγνώριση».
Σέ τί, τότε, ἀναφέρονται οἱ Κανόνες; Τό σημεῖο ἀναφορᾶς γιά τήν ὀρθή ἑρμηνεία τῶν κανόνων αὐτῶν πού ἀφοροῦν στήν «κατ’ οἰκονομίαν» εἰσδοχή τῶν αἱρετικῶν εἶναι οἱ κανόνες 1 καί 47, τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Ὁ ἅγιος Βασίλειος, στήν πρώτη κανονική ἐπιστολή του, ἀφοῦ ἐξηγεῖ γιατί οἱ διάφοροι σχισματικοί (Καθαροί, Ἐγκρατευταί καί Ὑδροπαραστᾶται) θά ἔπρεπε νά βαπτίζονται κατά τήν ἐπιστροφή τους στήν Ἐκκλησία, ἀφήνει περιθώριο γιά ἐφαρμογή οἰκονομίας, ὅπου δεῖ, λέγοντας «Ἐπειδὴ δὲ ὅλως ἔδοξέ τισι τῶν κατὰ τὴν Ἀσίαν οἰκονομίας ἕνεκα τῶν πολλῶν δεχθῆναι αὐτῶν τὸ Βάπτισμα, ἔστω δεκτόν» [27].
Ὁ κανόνας ἀναφέρει ἀποδοχή, ὄχι ἀναγνώριση, τοῦ βαπτίσματος τῶν σχισματικῶν. Ὑπάρχει σημαντική διαφορά! Τό πρῶτο, ἡ ἀποδοχή, χρησιμεύει στό πλαίσιο τῆς ἐπιστροφῆς συγκεκριμένων προσώπων ἐν μετανοίᾳ, δηλαδή γίνεται μέ σεβασμό στήν ποιμαντική διαχείριση τῆς σωτηρίας τους. Τό δεύτερο, ἡ ἀναγνώριση, ὅπως χρησιμοποιήθηκε ἀπό τόν μητροπολίτη Μεσσηνίας καί τόν καθηγητή Τσομπανίδη, χρησιμεύει στό πλαίσιο σχισματικῶν καί αἱρετικῶν ὁμάδων, δηλαδή ἀφορᾶ στήν εκκλησιολογία [28]. Στήν πρώτη περίπτωση, τό πλαίσιο εἶναι ἡ ἀποδοχή ἑνός αἱρετικοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπέστρεψε στήν Ἐκκλησία, στή δεύτερη περίπτωση τό πλαίσιο εἶναι ἡ ἀναγνώριση τοῦ βαπτίσματός τῆς ὁμάδας τῶν ἑτεροδόξων αὐτῆς καθαυτήν. Ἑπομένως, ἡ φράση «κατ’ οἰκονομίαν ἀναγνώριση τοῦ ‘ὑποστατοῦ καί ἐγκύρου του βαπτίσματος’ τῶν ἑτεροδόξων» εἶναι ἕνα ἀπαράδεκτο καί παραπλανητικό συνονθύλευμα οιμαντικῆς θεολογίας καί ἐκκλησιολογίας. Δέν νοεῖται  «κατ’ οἰκονομίαν» ἀναγνώριση τοῦ βαπτίσματος  μόνον «κατ’ οἰκονομίαν» ἀποδοχή! Ἡ φρασεολογία αὐτή, ἐπίσης, φαίνεται πώς εἶναι ξένη πρός τήν  πατερική σκέψη, στό μέτρο πού ἀναφέρεται στήν ἀναγνώριση τοῦ ‘ὑποστατοῦ καί ἐγκύρου του αἱρετικοῦ βαπτίσματος’, δηλαδή στήν ἀναγνώριση καθεαυτή. Εἶναι παντελῶς ἀμάρτυρη: στούς ἱερούς κανόνες τῆς Ἐκκλησίας δέν θά βρεῖτε νά ἀναφέρεται κατ’ αὐτόν τόν τρόπο αἱρετικό βάπτισμα.
Παραδείγματος χάριν, στόν 47ο κανόνα του [29] ὁ Μέγας Βασίλειος ἀποδίδει τήν πρακτική της Ρώμης – νά δέχεται κάποιους μεταστραφέντες αἱρετικούς στήν Ἐκκλησία δίχως βάπτισμα  σέ τυχόν ἀνάγκη γιά ἄσκηση «οἰκονομίας» (οἰκονομίας τινός ἕνεκα), ἀλλά ὅμως ἐπιμένει νά βαπτισθοῦν, παρά τό γεγονός ὅτι βάπτιζαν στό ὄνομα τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Μέ τό νά ἀφήνει μέν περιθώριο γιά «οἰκονομία», ἀλλά ταυτόχρονα νά καλεῖ σέ βάπτισμα, ὁ ἅγιος ἀποκλείει τήν πιθανότητα ἀναγνώρισης καθεαυτό «βαπτίσματος» αἱρετικῶν καί σχισματικῶν. Ὅταν, σέ μεταγενέστερες συνοδικές ἀποφάσεις ἤ πατερικά κείμενα, στή διάρκεια τῆς δεύτερης χιλιετίας, οἱ βαπτίσεις τῶν Λατίνων χαρακτηρίζονται ὡς ἔγκυρες, αὐτό ἀναφέρεται στό κατά πόσον τηρήθηκε ἤ ὄχι αὐτός ὁ τύπος τοῦ βαπτίσματος. ἡ τριπλή κατάδυση. [30] Σκοπός τῆς ἀναγνώρισης ἑνός βαπτίσματος ὡς «ἔγκυρου», στήν περίπτωση τῶν Λατίνων, ὅταν γινόταν διά καταδύσεως, ἦταν νά ἀποφασιστεῖ ἄν συνέτρεχαν οἱ προϋποθέσεις γιά οἰκονομία καί ὄχι γιά νά ἀναγνωριστεῖ αὐτό καθεαυτό τό βάπτισμα [31]. Στήν ἐφαρμογή οἰκονομίας, ἡ Ἐκκλησία δέν ἀναγνωρίζει τήν «πραγματικότητα» τῶν αἱρετικῶν τελετουργιῶν, [32] ἀλλά ἐξετάζει μόνον τήν ἐγκυρότητά του, μέ τήν ἔννοια τῆς διατηρήσεως τῆς ἀποστολικοῦ τύπου. [33]
Συνεπῶς, δέν ὑπάρχει καμμία βάση καί εἶναι γιά μία ἀκόμη φορά παραπλανητικό καί ἀφίσταται τοῦ ὀρθοδόξου φρονήματος τό νά μιλᾶ κανείς γιά ἀναγνώριση τοῦ ‘‘ὑποστατοῦ καί ἐγκύρου τοῦ αἱρετικοῦ βαπτίσματος’’. Ἐάν γίνεται λόγος γιά τήν «ἀναγνώριση» τῶν τελετουργιῶν τῶν αἱρετικῶν, αὐτό εἶναι μόνον ὑπό τήν ἔννοια ἄν τελοῦνται ἔγκυρα, δηλαδή ὀρθά, κατά τόν ἀποστολικό τρόπο, προκειμένου νά καθοριστεῖ ἡ πιθανότητα- καί ὄχι ἡ ἀναγκαιότητα – τῆς ἀποδοχῆς κατ’ οἰκονομίαν, ὅπως εἶναι  σαφές στούς κανόνες 1 καί 47 τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Στήν ρίζα τῆς υἱοθετήσεως τῆς νέας οἰκουμενι(στι)κῆς ἐκκλησιολογίας, ἀπό τούς θεολόγους μέ «οἰκουμενικό» φρόνημα, βρίσκεται ἡ παρανόηση ἤ ἀπόρριψη τῆς «κατ’οἰκονομίαν» πρακτικῆς της Ἐκκλησίας ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἀποδοχή τῆς ἀποδοχῆς τοῦ αἱρετικοῦ ἤ σχισματικοῦ «βαπτίσματος». 
Ἀδυνατοῦν νά κατανοήσουν ὅτι ἡ ὄντως φιλάνθρωπη οἰκονομία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι οὐσιαστικά ἡ ἐλευθερία τῆς Κεφαλῆς τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ Χριστοῦ μας, νά ἐργάζεται τήν σωτηρία ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ὅπως Ἐκεῖνος κρίνει (ἐάν εἶναι ὄντως οἰκονομία καί ὄχι ἁπλῶς παρανομία). Ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖος εἶπε ὅτι πάντες πρέπει νά βαπτιστοῦν ἐξ ὕδατος καί Πνεύματος (Ἰω. 3:5) γιά νά εἰσέλθουν στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἐπίσης εἶπε στόν ἀβάπτιστο ληστή ἐπί τοῦ σταυροῦ, «σήμερον μετ’ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ παραδείσῳ» (Λουκᾶ 23:43). Ἐπίσης, ἔχουμε πλῆθος μαρτύρων, οἱ ὁποῖοι βαπτίσθηκαν στό αἷμα τους καί ὄχι σέ νερό καί ἄλλους οἱ ὁποῖοι κρεμάστηκαν ἤ θανατώθηκαν μέ κάποιον ἄλλο τρόπο. Ἔτσι λοιπόν, εἶναι ξεκάθαρο ὅτι ὁ Κύριος δέν περιορίζεται ἀπό τίς δικές Του ἐντολές εἶναι ἐλεύθερος νά ἐργάζεται τήν Θεία Οἰκονομία ἐν τῇ Εκκλησίᾳ του. Αὐτό ἀκριβῶς εἶναι τό κλειδί: «ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ». Ἡ οἰκονομία δέν μπορεῖ ποτέ νά ἀποτελέσει βάση ἐκκλησιολογίας, ὅπως ἡ ἐλευθερία τοῦ Κυρίου δέν μπορεῖ ποτέ νά ἀντιταχθεῖ πρός τίς ἴδιες Του τίς Ἐντολές. Ἡ οἰκονομία δέν ἰσοῦται μέ τήν ἀναγνώριση ἐκκλησιαστικῶν μυστηρίων αὐτῶν καθαυτά. Ὡστόσο, αὐτό ἀκριβῶς θά ἐπιθυμοῦσαν, μερικοί ἀπό τούς ἐξέχοντες οἰκουμενιστές καί συντάκτες τοῦ προσυνοδικοῦ κειμένου νά ἐγκρίνουν οἱ ὀρθόδοξοι. Ὠθοῦν πρός τήν πανορθόδοξη ἀναγνώριση μιᾶς διαφορετικῆς, ἀνορθόδοξης εἰκόνας τῆς Ἐκκλησίας, μιᾶς αἱρετικῆς ἐκκλησιολογίας, ἡ ὁποία ἔχει ἤδη γίνει δεκτή ἀπό τή Β΄ Βατικανή καί πολλούς συμμετέχοντες στό Π.Σ.Ε. Τώρα πλέον πρέπει νά εἶναι σαφές σέ ὅλους ὅτι ἡ ἀπόρριψη τοῦ δίπτυχου κανόνα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, ἀκρίβεια-οἰκονομία, ὡς ἑρμηνευτικοῦ κλειδιοῦ τῆς ποιμαντικῆς μας πρακτικῆς ὁδηγεῖ ἀργά ἤ γρήγορα σέ μία αἱρετική θεώρηση τῆς Ἐκκλησίας.

Συμπέρασμα
Σήμερα, ἡ ὀλισθηρή κατηφόρα τῆς καινοτομίας ἔχει ὁδηγήσει πολλούς οἰκουμενιστές μέχρι τοῦ σημείου νά ἀναγνωρίζουν ὄχι μόνον τό Βάπτισμα, ἀλλά καί τήν «Θεία Εὐχαριστία τῶν ἑτεροδόξων». [34] Ἐξαιτίας τῆς ἑνότητος τῶν μυστηρίων, ἡ ἀναγνώριση τῆς Θείας Εὐχαριστίας εἶναι τό ἀναμενόμενο καί λογικό ἀποτέλεσμα τῆς ἀποσύνδεσης τῶν κανονικῶν καί χαρισματικῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας, τά ὁποῖα συμπίπτουν καί φανερώνονται στή Θεία Εὐχαριστία. Παρότι ἡ ὀρθόδοξη πίστη φέρεται ἀκόμη ὡς τό ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ γιά τό «Κοινόν Ποτήριον», στήν πραγματικότητα μέ τήν ἀναγνώριση «ἑτεροδόξων μυστηρίων», ἀκόμη καί αὐτῆς τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ἡ ἑνότητα τῆς Πίστεως ἔχει πάψει νά ἀποτελεῖ προαπαιτούμενο. Πράγματι, ἄν ἡ πανορθόδοξη Σύνοδος ἐπιτρέψει μία οἰκουμενιστική ἑρμηνεία, ἀναγνωρίζοντας «μυστήρια «καί «ἐκκλησιαστικότητα» τῶν ἑτεροδόξων, τότε τό Κοινόν Ποτήριον θά εἶναι ἁπλῶς μία τυπική ἐπιβεβαίωση τῆς παρεκτροπῆς. Θά ἔχει τότε ἤδη ἐπιτευχθεῖ μία ἕνωση, ἀλλά θά εἶναι οὐσιαστικά ψευδο-ἕνωση, δεδομένου ὅτι οἱ ἑτερόδοξοι δέν θά ἔχουν ἀποκηρύξει οὔτε ἕνα αἱρετικό δόγμα.


1. Ἑρμηνεία τῆς Θείας Λειτουργίας κεφ. λη΄.Migne, PG. 150,452 C. Βλ. Μεταλληνοῦ, π. Γ.Δ., Δοκίμια Ὀρθόδοξης Μαρτυρίας (Ἀθῆνα: Ἐκδόσεις Ἄθως, 2001), «Ἐξ ὕδατος καί πνεύματος», σ. 67-87.
2. π. Ἰω. Ρωμανίδου, Τό Προπατορικόν Ἁμάρτημα, Ἀθῆνα 1989, σ. 173.
3. Ἰωάν. 3,5.
4. «Εἰς Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολική Ἐκκλησία. Ὁμολογῶ ἕν βάπτισμα εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν.» Προφανῶς αὐτά τά δύο ἄρθρα τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως σχεδιάστηκαν γιά νά ὁμολογοῦνται τό ἕνα μετά τό ἄλλο, ἀκριβῶς ἐπειδή τό δεύτερον, «ἕν βάπτισμᾳ» ἐννοεῖται ὅτι λαμβάνει χώρα στό πρῶτο, στήν «Μία Ἐκκλησία».
5. Ἐφ. 3:5-6 
6. Παπαθανασίου Χρήστου, Τό «Κατ’ Ἀκρίβειαν» Βάπτισμα καί Οἱ ἐξ Αὐτοῦ Παρεκκλίσεις,(Ἀθῆνα:Γρηγόρη, 2001), σ.258.
7. Ὅπ. παρ. σ. 293.
8. Ὅπ. παρ. σ. 258.
9. Ἐπίσκοπος Κάλλιστος Ware, Εὐστράτιος Ἀργέντης: Μία Μελέτη τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας ὑπό τόν Τουρκικό Ζυγό (Ὀξφόρδη: Clarendon Press, 1964) σ. 83-84
10. Ὅπ. παρ. σ. 296-7.
11. “[Η] οἰκονομία κατά τήν ἐπιστροφή (=εἴσοδο) στήν Ὀρθοδοξία Λατίνων καί γενικά τῶν Δυτικῶν χριστιανῶν, μπορεῖ νά ἐφαρμοσθεῖ μόνο στήν περίπτωση, πού κάποια χριστιανική ὁμολογία τελεῖ τό βάπτισμα μέ τριπλῆ κατάδυση καί ἀνάδυση κατά τήν ἀποστολική καί πατερική μορφή του”. Π. Γεώργιος Μεταλληνός, Ὁμολογῶ Ἕν Βάπτισμα ( Ἅγιον Ὄρος: Ἱ. Μ. Ἁγίου Παύλου, 1994) σ. 122. H ἐκκλησιαστική οἰκονομία δέν ἐφαρμόζεται σέ ὁποιαδήποτε περίπτωση, ἀλλά μόνο ὅταν οἱ τυπικές προϋποθέσεις ἐκπληρώνονται. «Ἐφαρμόζεται μέ βάση ἀρχές πού τήν προβλέπουν καί τήν προσδιορίζουν.» (Παπαθανασίου, Τό «Κατ’ Ἀκρίβειαν» Βάπτισμα, σ.296.)
12. Βλ: Ware, Εὐστρατίου Ἀργέντη, σ. 84. Πρέπει νά σημειωθεῖ ὅτι, ὅταν ἡ ἐφαρμογή τῆς οἰκονομίας, πού ὁπωσδήποτε δικαιολογῆται μόνο σέ ἐξαιρετικές περιπτώσεις, καθιστᾶ θολή τή γραμμή μεταξύ τῆς ὀρθοδοξίας καί τῆς αἱρέσεως ἤ διαιωνίζει τίς ἐσφαλμένες ἀντιλήψεις σχετικά μέ τίς ἑτερόδοξες τελετές, εἶναι αὐτοαναιρούμενη, στό βαθμό πού ἡ οἰκονομία στοχεύει στό ἴδιο ἀποτέλεσμα μέ τήν ἀκρίβεια, ἄν καί τό κάνει αὐτό μέ διαφορετικό τρόπο.
13. Βλ. Α΄ κανόνας τοῦ Μεγ. Βασιλείου. Ἐκεῖ ὁ Μέγας Πατήρ τῆς Ἐκκλησίας συμφωνεῖ πλήρως μέ τόν Ἅγ. Κυπριανό ὅτι μέ τό σχίσμα αὐτοί πού ἀποχωροῦν ἀπό τήν Ἐκκλησία δέν κατέχουν πλέον τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀποκόπτεται τελικά τό ἱερατικό χάρισμα, καί δέν ἐπιτρέπεται ἡ μεταβίβαση τῆς ἱερωσύνης. Χωρίς τή μετάδοση τῆς ἱερωσύνης, τήν ἀποστολική διαδοχή, οἱ βαζόμενοι ἀπό λαϊκούς. Ἑπομένως, «οὔτε τοῦ βαπτίζειν, οὔτε τοῦ χειροτονεῖν εἶχον ἐξουσίαν».
14. Βλ: Ware, Εὐστράτιος Αργέντη, σ. 85.
15. Παπαθανασίου, Τό «Κατ’ Ἀκρίβειαν» Βάπτισμα, σ.298.
16. Ware, Ευστρατίου Ἀργέντη, σ.85. Ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ἱερόθεος γράφει: «Ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ νά ἀποδεχθῆ κάποιον αἱρετικό μέ τήν ἀρχή τῆς οἰκονομίας, χωρίς αὐτό νά σημαίνη ὅτι ἀναγνωρίζει ὡς Ἐκκλησία τήν κοινότητα πού τόν εἶχε προηγουμένως βαπτίσει». Ἐκκλησιαστική Παρέμβαση, Νο. 71 (Δεκέμβριος 2001).
17. Βλ: The Declaration of the Seventh Plenary Session of the Joint International Commission for Theological Dialogue Between the Catholic Church and the Orthodox Church, “Uniatism, Method of Union of the Past, and the Present Search for Full Communion,” (Balamand, Lebanon, 1993), Επίσκεψις, τ. 520 (31 Ιουλίου 1995), σελ. 20, Κοινή διακήρυξις τοῦ Πάπα Ἰωάννου Παύλου ΙΙ καί Πατριάρχου Βαρθολομαίου [Common Declaration of Pope John Paul II and Patriarch Bartholomew] “Call to Unity” (29 Ιουνίου, 1995, section 4), Baptism and Sacramental Economy, An Agreed Statement of The North American Orthodox-Catholic Theological Consultation (St. Vladimirs Orthodox Seminary, Crestwood, New York, June 3, 1999), Austalian Churches Coveting Together,” National Council of Churches of Australia, «Συμφωνητικό έγγραφο» του Εθνικού Συμβουλίου Εκκλησιών της Αυστραλίας (2004), Τόν Ὀκτώβριο τοῦ 2004 ὁ ἐκπρόσωπος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στήν Γερμανία, Μητροπολίτης Αὐγουστῖνος, ὑπέγραψε μία διακήρυξη μέ τήν Εὐαγγελική Ἐκκλησία τῆς Γερμανίας, ἀναγνωρίζοντας ἕνα κοινό Βάπτισμα καί ὑποσχόμενος νά μή βαπτίζουν τούς προσήλυτους, βλ. http://www.goarch.org /news/goa.news1213· Τό 2007, ἡ Ἐπιτροπή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Γερμανίας (KOKiD), μέ ἐπικεφαλῆς τόν Μητροπολίτη Αὐγουστῖνο, συνυπέγραψε μέ ἕνδεκα (11) γερμανικές ὁμολογίες μία κοινή διακήρυξη γιά τό κοινό Βάπτισμα.  
18. Ἐπίσκεψις, τ. 520 (31 Ιουλίου 1995),σελ. 20, Κοινή διακήρυξις τοῦ πάπα Ἰωάννου Παύλου ΙΙ καί Πατριάρχου Βαρθολομαίου [Common Declaration of Pope John Paul II and Patriarch Bartholomew] “Call to Unity,” 29 Ἰουνίου 1995, παρ. 4.
19. Σέ ὁμιλία του, κατά τή θρονική ἑορτή τοῦ Πατριαρχείου στίς 30.11.1998, ἀπευθυνόμενος πρός τόν ἐκπρόσωπο τοῦ Βατικανοῦ, Καρδινάλιο Cassidy, ὁ Προκαθήμενος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀναφέρθηκε σέ ἐκείνους τῶν προπατόρων μας, ἀπό τούς ὁποίους ἐμεῖς – εἶπε – (Ὀρθόδοξοι καί Ρωμαιοκαθολικοί) κληρονομήσαμε αὐτόν τόν χωρισμό, καί αὐτοί ἦταν τά ἀτυχῆ θύματα τοῦ ὄφεως, πού εἶναι ἡ ἀρχή ὅλων τῶν κακῶν. Καταλήγοντας δέ εἶπε: «Εἴθε νά ἀξιώση ἡμᾶς ὁ Κύριος νά ἴδωμεν καί τήν ἀνάστασιν τῆς ἑνότητος τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας Αὐτοῦ. Ἀμήν.» Τό πλῆρες κείμενο δημοσιεύεται στό περιοδικό «Ἐπίσκεψις» [αρ. τεύχους 563 (1998), σελ. 4-8]
20. Βλ: Χαιρετισμός τῆς Α.Θ.Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου κατά τήν ὑποδοχήν Αὐτοῦ ὑπό τῆς Α.Θ.Μακαριότητος, τοῦ Πατριάρχου Ἱεροσολύμων κ.κ. Θεοφίλου, ἐν τῷ Πανιέρῳ Ναῷ τῆς Ἀναστάσεως (23 Μαΐου 2014). Οἱ σχετικές παράγραφοι (4 και 5) εἶναι οἱ ἑξῆς: “Ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἡ ἱδρυθεῖσα ὑπό τοῦ ἐν «ἀρχῇ Λόγου», τοῦ «ὄντος πρός τόν Θεόν», καί «Θεοῦ ὄντος» Λόγου, κατά τόν εὐαγγελιστήν τῆς ἀγάπης, δυστυχῶς κατά τήν ἐπί γῆς στρατείαν αὐτῆς, λόγῳ τῆς ὑπερισχύσεως τῆς ἀνθρωπίνης ἀδυναμίας καί τοῦ πεπερασμένου θελήματος τοῦ ἀνθρωπίνου νοός, διεσπάσθη ἐν χρόνῳ. Οὕτω διεμορφώθησαν καταστάσεις καί ὁμάδες ποικίλαι, ἐκ τῶν ὁποίων ἑκάστη διεκδικεῖ «αὐθεντίαν» καί «ἀλήθειαν». Ἡ Ἀλήθεια ὅμως εἶναι Μία, ὁ Χριστός, καί ἡ ἱδρυθεῖσα ὑπ᾿ Αὐτοῦ Μία Ἐκκλησία. Ἡ Ἁγία Ὀρθόδοξος ἡμῶν Ἐκκλησία κατέβαλε πρό τοῦ μεγάλου Σχίσματος τοῦ 1054 μεταξύ Ἀνατολῆς καί Δύσεως, ἀλλά καί μετ᾿ αὐτό, προσπαθείας πρός ὑπέρβασιν τῶν διαφορῶν, προερχομένων ἐν ἀρχῇ καί ἐν πολλοῖς ἐξ ἀλλοτρίων τοῦ περιβόλου τῆς Ἐκκλησίας παραγόντων. Ἀτυχῶς, ὑπερίσχυσεν ὁ ἀνθρώπινος παράγων, καί διά τῆς συσσωρεύσεως προσθηκῶν «θεολογικῶν», «πρακτικῶν» καί «κοινωνικῶν» αἱ κατά τόπους Ἐκκλησίαι ὡδήγηθησαν εἰς διάσπασιν τῆς ἑνότητος τῆς πίστεως, εἰς ἀπομόνωσιν, ἐξελιχθεῖσαν ἐνίοτε εἰς ἐχθρικήν πολεμικήν.” Βλ. http://www.ec-patr.org/docdisplay.php?lang=gr&id=1914 &tla=gr.
21. Βλ. Ἐπίσης: Yves Congar, Essais oecumeniques,pp. 212-213 ὡς ἀναφέρεται ὁ Aidan Nichols OP, στό Yves Congar (Morehouse-Barlow, London, 1989), p. 103. Ὁ Congar διατύπωσε ὡς ἑξῆς τήν ἀναδυόμενη συμφωνία: «Στίς παραμονές τοῦ περί οἰκουμενισμοῦ Διατάγματος ὑπῆρχε μία κάποια συναίνεση μεταξύ τῶν καθολικῶν θεολόγων ὑπέρ μιᾶς θεολογίας τῆς διαφοροποιημένης συμμετοχῆς τῶν μήΡωμαιοκαθολικῶν ἐκκλησιαστικῶν κοινοτήτων στόν θησαυρό τῆς μιᾶς Ἐκκλησίας καί, ἐπίσης, ὑπέρ ἑνός Οἰκουμενισμοῦ τῆς ἐνσωμάτωσης, ὁ ὁποῖος θά μποροῦσε νά εἶναι κάτι διαφορετικό ἀπό μία ἁπλή καί καθαρή ‘ἐπιστροφή’».
22. Θεολογία, Τόμος ΞΔ’ (1993), Τομ. VI, Τεύχος 4, σελ. 570-580. Βλ: http://www. ecclesia.gr/greek/press/ theologia/archive_all_9099.asp?etos=1993. Έγραψε ο π. Ιωάννης: “Now that the Balamand agreement has become a candidate to become a sequel to Vatican II and in which case Uniatism will no longer have any reason for existing, the Orthodox will be faced with the consequences of their continued refusal of communion with the Latins and Uniates. What is most interesting is the fact that according to the Balamand agreement mysteries are valid whether one accepts 7 or 22 Ecumenical Councils and their teachings and practices. The impression will be certainly created that only lack of love could be the reason why the Orthodox may continue to refuse inter-communion and con-celebration with the Vatican.” 
23. Βλ. UR 22, LG 11, 15 καὶ Acta Synodalia, III/2, 335. Ἡ ἐξήγηση τοῦ καρδινάλιου Kasper ἔχει ὡς ἑξῆς: «Τό Βάπτισμα… εἶναι τό μυστήριο τῆς πίστεως, κατά τό ὁποῖο οἱ βαπτισμένοι ἀνήκουν στό ἕνα Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Ὡς ἐκ τούτου, οἱ μή-καθολικοί χριστιανοί δέν εἶναι ἐκτός τῆς μιᾶς ἐκκλησίας, ἀλλά ἀνήκουν ἤδη σ’ αὐτήν κατά τρόπο οὐσιωδέστατο. Ὁ οἰκουμενισμός … ἔχει ὀντολογικό θεμέλιο καί ὀντολογικό βάθος, στήν βάση τοῦ ἑνός κοινοῦ Βαπτίσματος. Εἶναι ἕνα γεγονός τοῦ Πνεύματος» (Kasper, “The Decree on Ecumenism – Read Anew After Forty Years”, κεφάλαιο IV, παράγραφος 3)
24. Francis A. Sullivan, S.J., “The Significance of the Vatican II Declaration that the Church of Christ ‘Subsists in’ the Roman Catholic Church,” σ. 283 (ἔμφαση τοῦ γράφοντος). Σύμφωνα ἐπίσης μέ τόν Ι. Σπιτέρη, «ἀπὸ [τὴν ἐγκύκλιο UUS] προκύπτει μία νέα ἔννοια τῆς Ἐκκλησίας ποὺ συνίσταται ἀπὸ μία κοινωνία ἐκκλησιῶν, στὴν ὁποία, κατὰ κάποιον τρόπο, ἀνήκουν ὅλες οἱ χριστιανικὲς ἐκκλησίες» (Ἰ. Σπιτέρης, «Ἡ Καθολικὴ Ἐκκλησία καὶ οἱ ἄλλες χριστιανικὲς ἐκκλησίες», Θ. Κοντίδης (ἐπιμ.), Ὁ Καθολικισμός, Ἀθῆνα 2000, σ. 246).
25. Βλ: http://blogs.auth.gr/moschosg/2015/12/08/μητροπολίτηςμεσσηνίας-χρυσόστομος-2/ και http://blogs.auth.gr/moschosg/2015/12/17στυλιανός-τσομπανίδης-ορθόδοξη-εκκλ/
Ὁ Μητροπολίτης Χρυσόστομος γράφει ἐκεῖ τά ἑξῆς: «Διά τῆς παρούσης παραγράφου προσδιορίσθησαν πανορθοδόξως τά ὅρια τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἔναντι τῶν ἄλλων χριστιανικῶν ἐκκλησιῶν καί ὁμολογιῶν, δέν ἀμφισβητήθη ἡ ὕπαρξις αὐτῶν καί «κατ’ οἰκονομίαν» ἀνεγνωρίσθη, τό συμφώνως πρός τήν κανονικήν παράδοσιν, ὑποστατόν καί ἔγκυρον τοῦ βαπτίσματος»
26. «Ἡ ἀναλογική ἐφαρμογή τοῦ πνεύματος κανόνων, ὅπως οἱ 7 τῆς Β΄ καί 95 τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῶν Συνόδων, πού ἀναφέρονται στήν 21η παράγραφο τῆς Ε΄ Προσυνοδικῆς, στή νέα πραγματικότητα τῆς σύγχρονης Οἰκουμενικῆς Κίνησης καί τῶν εἰρηνικῶν διαλόγων, συνεπάγεται τήν ἀναγνώριση τοῦ «ὑποστατοῦ» ἤ καί τοῦ «ἐγκύρου» του Βαπτίσματος. Ἡ κατ’ οἰκονομίαν ἀναγνώριση τοῦ βαπτίσματος ἔχει σημαντικές συνέπειες γιά τή θεώρηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς κατάστασης ἄλλων Ἐκκλησιῶν καί ἄλλων Χριστιανῶν». 
27. Πρόδρομου Ι. Ἀκανθόπουλου, Κώδικας Ἱερῶν Κανόνων καί Ἐκκλησιαστικῶν Νόμων (Θεσσαλονίκη: Ἀδελφῶν Κυριακίδη, 2000), 509-513.
28. Ἡ ἀνεπαίσθητη αὐτή μετακίνηση ἐκ μέρους τῶν Ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστῶν, ἀπό τήν ποιμαντική μέριμνα γιά τούς ἑτεροδόξους, οἱ ὁποῖοι ἐπιστρέφουν στήν Ἐκκλησία, στήν ἐκκλησιολογική μέριμνα γιά τίς ἑτερόδοξες κοινότητες καθαυτές, ἀνακαλεῖ στή μνήμη τήν καινοτόμο ἀλλαγή ἑστιασμοῦ τοῦ Yves Congar ἀπό τούς σχισματικούς, ὡς ἄτομα, σέ ὁμάδες σχισματικῶν καί αἱρετικῶν αὐτῶν καθαυτῶν.
29. Ἀκανθόπουλου, Κώδικας Ἱερῶν Κανόνων καί Ἐκκλησιαστικῶν Νόμων, 546- 547.
30. Βλ. «Fr. George Dragas, The M.anner of Reception of Roman Catholic Converts into the Orthodox Church, with Special Reference to the Decisions of the Synods of 1484 (Constantinople),1755 (Constantinople) and 1667 (Moscow)»: http://www.myriobiblos.gr/texts/english/ Dragas_RomanCatholic_1.html.
31. Ὡς ἐπί τό πλεῖστον, ὅπου ἡ Ἐκκλησία ἀντιλαμβανόταν ὅτι οἱ Λατῖνοι ἐπιτελοῦσαν βάπτισμα μέ μία κατάδυση, ἤ μέ ἔγχυση, οἱ μεταστραφέντες στήν Ὀρθοδοξία Λατῖνοι βαπτίζονταν, ἐπειδή δέν συνέτρεχαν οἱ προϋποθέσεις γιά τήν «Οἰκονομία». Ὅταν ὅμως ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, ἐκεῖνοι πού προσέτρεχαν γιά νά εἶναι «στή μερίδα τῶν σωζομένων” εἶχαν βαπτισθεῖ ἀπό τούς Λατίνους κατά τόν ἀποστολικό τύπο, ἡ «οἰκονομία» θεωροῦνταν ὡς ἀποδεκτή, ἀλλά ὄχιἀπαραίτητη.
32. Αὐτή ἡ βασική καί ἐπικρατοῦσα γιά πολύ καιρό ἀντίληψη ἐπαναδιατυπώθηκε πρόσφατα ἀπό τόν μητροπολίτη Ἠλείας, Γερμανό, στήν εἰσήγησή του ἐνώπιον τῆς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (8 Μαρτίου 2016), ὡς ἐκπροσώπου αὐτῆς στή Διάσκεψη τῶν Πρωθιεραρχῶν στή Γενεύη.
33. Αὐτό εἶναι σαφές στήν περίπτωση τῶν Εὐνομιανῶν, γιά τούς ὁποίους ἡ πιθανότητα εἰσδοχῆς «κατ’ οἰκονομίαν» ἀπορρίφθηκε ἀπό τή Β΄ Οἰκουμενική Σύνοδο, καθότι δέν διατήρησαν τήν ἀποστολική μορφή βαπτίσματος μέ τριπλή κατάδυση, ἀλλά βάπτιζαν μέ μία μόνο κατάδυση «ἐν τῷ θανάτῳ τοῦ Χριστοῦ».
34. Ὁ Μητροπολίτης Διολείας Κάλλιστος Γουέαρ (Ware) παρατήρησε πρόσφατα: «Ὁρισμένοι [ἀπό τούς πιό αὐστηρούς Ὀρθοδόξους] θά ἔλεγαν ὅτι ἔξω ἀπό τά ὁρατά ὅρια τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας δέν ὑφίστανται ἀληθινά Μυστήρια, οὔτε ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τώρα, γιά μένα, ὡς Ὀρθόδοξο, αὐτό μου εἶναι δύσκολο νά τό πιστέψω. Βεβαιώνομαι ὅμως, διά τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος σέ ἄλλες χριστιανικές κοινότητες καί ἀσφαλῶς πιστεύω ὅτι ὑπάρχει ἀληθινή χάρις τοῦ βαπτίσματος, ὅπου τελεῖται βάπτισμα στό ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος καί χρησιμοποιεῖται νερό. Ἀσφαλῶς, καθόσον ἀφορᾶ τούς Ρωμαιοκαθολικούς, πιστεύω στήν ἀληθινή πραγματικότητα τοῦ Μυστηρίου, ὅτι πράγματι αὐτή εἶναι ἀληθινή Εὐχαριστία» 
(www.ancientfaith.com/specials/kallistos_lectures/what_can_evangelicals_and_orthodox_learn_from_one_another).
το βρήκαμε εδώ

Τρίτη, 3 Οκτωβρίου 2017

"Ὄχι τὸ Ὄρος δὲν πρέπει νὰ σὲ δέχεται, ἀλλ᾽ οὔτε ἡ μάννα ποὺ σὲ γέννησε. Ἡ φουρτούνα ποὺ σήκωσες αὐτὴ θὰ σὲ πνίξη. Μέριασε."

Αποτέλεσμα εικόνας για Γέροντος Γρηγορίου Ι Μ Δοχειαρίου
Μια δυνατή φωνή αγιορείτικη του Γέροντα Γρηγορίου Ηγουμένου της Μονής Δοχειαρίου


ΤΟ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΣ ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΑ
Ὡς ἄνθρωπος τῆς ὑπαίθρου καὶ τῶν θαλασσοδαρμένων νησιῶν, ἔπρεπε νὰ σπουδάσω τοὺς καιρούς, ὄχι ἁπλὰ νὰ τοὺς μάθω. Ἡ κυβέρνησή σου ταξίδεψε μὲ μπάτη. Σιγά-σιγὰ ὅμως ἔγινε μαϊστράλι καὶ τώρα μαΐστρος μὲ τὰ μάγγανα, ποὺ ξερριζώνει τὰ κλαδιὰ καὶ ἐκσφενδονίζει πέτρες, καὶ ἀπὸ τὴν στεριὰ καὶ ἀπὸ τὴν θάλασσα.

Τὰ χρόνια τῆς σκλαβιᾶς ὁ ραγιᾶς τραγουδοῦσε: «Μέριασε, βράχε, νὰ διαβῶ». Μὲ αὐτὸ τὸ μικρὸ τραγουδάκι, ποὺ τὸ ἔλεγε ἄλλοτε ψιθυριστὰ καὶ ἄλλοτε δυνατά, ἀναγνώριζε ὅτι οἱ κρατοῦντες ἦταν βράχος. Ἀλλὰ κι ἐγώ, ὁ ραγιᾶς, εἶμαι φουρνέλο, κι ἂς μὴ φαίνωμαι. Αἰσθάνομαι κι ἐγὼ τὴν ρώμη τῶν δυνάμεών μου. Δὲν μπορῶ νὰ σὲ ἀφανίσω, ἀλλὰ μπορῶ νὰ σὲ μεριάσω, γι᾽ αὐτὸ σοῦ λέω «μέριασε», δὲν σοῦ λέω «ἐξαφανίσου». Δὲν σοῦ συνιστῶ, λοιπόν, οὔτε νὰ πέσης οὔτε νὰ παραιτηθῆς, ἀλλὰ νὰ παραμερίσης μὲ ἀξιοπρέπεια καὶ τιμή.

Ἀνέβηκες σὲ μιὰ πίστα καὶ χορεύεις, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν μπορεῖς νὰ παρακολουθήσης τὰ ὄργανα καὶ μπερδεύονται τὰ βήματά σου. Δὲν μπορεῖς νὰ ἀκούσης τὴν θλιμμένη σήμερα φωνὴ τοῦ κότσυφα, ποὺ λέγει: «Θέλω τὸν Σταυρὸ στοὺς τρούλλους, στὰ καμπαναριὰ τῶν ἐκκλησιῶν, στὰ ἱστία τῶν καραβιῶν καὶ στὸν ἱστὸ τῆς σημαίας. Τὴν μπάλα ποὺ μοῦ ἔβαλες δὲν μπορῶ νὰ τὴν σιγουρευτῶ, ἐνῶ τὰ σκέλη τοῦ σταυροῦ χρόνια τὰ ἔχω βῆμα καὶ τραγουδῶ καὶ ἀνακοινώνω τῆς ἄνοιξης τὶς ὀμορφιὲς καὶ τοῦ χειμῶνα τὶς κακοκαιριές». Ὅποιος τόλμησε στὴν ἱστορία νὰ ρίξη τὸν Σταυρό, τοῦ ᾽ρθε ἡ μπάλα στὸ κεφάλι. Ὄχι τὰ σύμβολα τῆς πίστεως καὶ τοῦ Γένους μας ἀφανισμένα καὶ ἀλογάριαστα ἀπὸ τοὺς κρατοῦντες. Ὄχι οἱ ἀνακοινώσεις τῆς λατρείας ἀπὸ τοὺς κράχτες τῶν τηλεοπτικῶν καναλιῶν, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν παρηγορήτρα καμπάνα. (Βρέθηκα σὲ νοσηλευτήριο τοῦ Βερολίνου. Ἡ μόνη μου παρηγοριὰ ἤτανε κάθε βράδυ ὁ ἦχος μιᾶς καμπάνας, ἴσως ἀπὸ κάποιο μοναστήρι.) Κυριολεκτικὰ δαπανᾶσθε νὰ ὑψώσετε μιναρέδες σ᾽ αὐτὸν τὸν τόπο τὸν ἅγιο καὶ ἀφήνετε τὰ μνημεῖα τοῦ Ἔθνους, τοῦ Γένους καὶ τῆς Ἐκκλησίας νὰ γκρεμίζωνται.

Ἀπόσυρε τὰ θρησκευτικὰ ποὺ διδάσκονται σήμερα τὰ παιδιὰ στὰ σχολεῖα. Δὲν μιλᾶνε αὐτὰ γιὰ τὸν Θεό, ἀλλὰ γιὰ τὰ βδελύγματα τῶν ἐθνῶν. Ἀναπιάνεται τὸ προζύμι χωρὶς νερό; Στὰ χέρια κολλᾶ καὶ τὸ δέρμα βγάζει. Νυμφεύσου στὴν ἐκκλησία, ὅπως καὶ οἱ πρόγονοί σου. Βάπτισε τὰ παιδιά σου, ὅπως βαπτίστηκες κι ἐσύ. Συμμάζεψε κάθε ὑβριστὴ τῆς πίστεως. Ἡ Ἑλλάδα θεμελιώθηκε πάνω στὴν ἀρχὴ τῆς θεοκρατίας. Πρέπει κάθε μέρα νὰ ἀναπλάθεται καὶ νὰ φρεσκάρεται τὸ φύραμά της. Ἂν εἶσαι χριστιανὸς καὶ παρασύρθηκες σὲ ὅσα ἔπραξες μέχρι τώρα, μετανόησε. Ἂν συνειδητὰ δὲν πιστεύεις, παραμέρισε.


Δὲν σὲ γνωρίζω, οὔτε τὸ κάλλος τοῦ προσώπου σου εἶδα ποτέ. Καὶ δὲν θέλω νὰ συναντηθοῦμε, γιατὶ δὲν εἶμαι ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος νὰ σοῦ ἀλλάξω πορεία. Σὲ βλέπω ποὺ τρέχεις σὰν τὸν εἰδωλολάτρη παπᾶ ποὺ ξυλοκόπησε τὸν μοναχό, καὶ τὰ χρόνια τῆς κυβέρνησής σου στριφογυρίζεις τὸ ραβδί σου στὸν ἀέρα. Οὔτε τὸ ραβδί σου θέλω νὰ πάρω οὔτε ἐσένα νὰ πιάσω. Ἀλλὰ ἡ ὀρθόδοξη Ἑλλάδα δὲν διαθέτει τέτοιον ἄνεμο, νὰ ἀνεμίζη ὁ κάθε ἄπιστος καὶ εἰδωλολάτρης τὴν βέργα ποὺ κρατάει στὰ χέρια του. Θέλεις νὰ ἔρθης καὶ στὸ Ἅγιον Ὄρος νὰ στριφογυρίσης τὸ ραβδί σου. Ἀλλὰ θὰ περπατήσης τόσο μόνος, ὅσο ἡ ἐλαφίνα στ᾽ ἀπόσκια τῶν βουνῶν. Ὁ τόπος θὰ σὲ δεχθῆ; Ἀλλὰ οἱ μοναχοί, μόλις σὲ δοῦνε, θὰ σὲ πάρουνε γιὰ παγωμένο μαΐστρο καὶ θ᾽ ἀρχίσουν νὰ φτερνίζωνται.

Ἀπόσυρε τοὺς νόμους ποὺ κατέβασαν τὸν Σταυρό, ποὺ σταμάτησαν τὶς προσευχὲς στὰ σχολεῖα. Ὁ Τοῦρκος, μὲ τὸν ὁποῖο καυκαλίζεσαι, τρεῖς φορὲς τὴν ἡμέρα γονατίζει στὸν θεό του, καὶ τὸ ὀρθόδοξο σχολειὸ θὰ συνάγεται στὶς αἴθουσες ὅπως τὰ μοσχάρια στὰ βοσκοτόπια; Ὅσο ὁ Τοῦρκος μᾶς βάζει χέρι, τόσο ἐμεῖς πρέπει νὰ τοῦ πατᾶμε πόδι. Δὲν μπορεῖς; Μέριασε. Μόνος σου ὡδήγησες τὸν ἑαυτό σου στὸ φρύδι τοῦ βουνοῦ. Προτοῦ πέσης, μέριασε.


Ἡ Ἑλλάδα πρέπει νὰ ἀναπνέη Χριστὸ καὶ ὄχι τὴν μπόχα τῆς βενζίνης καὶ τοῦ καμένου λαδιοῦ. Ὁ Θεὸς σ᾽ αὐτὴν τὴν χώρα ἔδωσε πλούσια τὰ ἀγαθὰ γιὰ τὰ δῶρα τῆς λατρείας· τὸ σιτάρι, τὸ λάδι καὶ τὸ κρασί. Δὲν μᾶς τά ᾽δωσε γιὰ νὰ τὰ τρῶμε στὰ μπαράκια καὶ νὰ τὰ ρουφοῦμε στὰ ποτήρια, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἱερουργοῦμε τὸ ἱλαστήριο μυστήριο. Μὴ καταργῆς τὴν Κυριακή. Πολλοὶ ἔδωσαν τὸ αἷμα τους, γιὰ νὰ μείνη αὐτὴ ἡ ἡμέρα «τοῦ Κυρίου». Καὶ μὴ φέρνης στὸ προσκήνιο τὸ Σάββατο. Μὴν ἀμνηστεύης τὴν μοιχεία καὶ ὅλες τὶς ἄλλες παραμέτρους τῆς ἁμαρτίας αὐτῆς. Μὴ θεσπίζης τὰ ζευγαρώματα ποὺ δὲν κάνουν οὔτε τὰ ζῶα, γιατὶ ὁ Θεὸς τὰ κατέκαυσε. Ἄναψες φωτιὲς ποὺ καῖνε ὄχι μόνον τὰ ξερά, ἀλλὰ καὶ τὰ χλωρά. Μὲ αὐτοὺς τοὺς νόμους σάρωσες τὴν οἰκογένεια καὶ τὴν ὀρθόδοξη χριστιανικὴ κοινωνία. Δὲν σὲ θεωρῶ κούσουλο, γιὰ νὰ σὲ φυσήξω νὰ παραμερίσης, ἀλλὰ ἄνδρα σπουδαῖο, μὲ δυνάμεις ὅμως καταστρεπτικές.
Πληροφοροῦμαι ὅτι δόγμα θὰ ἐξέλθη ἀπὸ τὴν βουλή σας, ποὺ θὰ δηλώνη ὁ ἄνθρωπος τὸ φύλο του στὰ δεκαπέντε του χρόνια. Δηλαδή, μέχρι δεκαπέντε ἐτῶν θὰ ψάχνωμαι, γιὰ νὰ προσδιορίσω τὴν δύναμη τῆς ψυχῆς ποὺ λέγεται «ἐπιθυμητικόν». Αὐτὸ εἶναι ἐπέμβαση τοῦ ἀνθρώπου στὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς δὲν θὰ ὑπνώση· θὰ ἐξεγερθῆ καὶ δὲν θὰ βρεθῆ ὁ οἶκος σου εἰς τὸν αἰῶνα. Μετὰ ἀπὸ ἕνα τέτοιο νόμο, ἡ Ἑλλάδα θὰ γίνη κρανίου τόπος. 
 Μὴ παλεύης τὸν Ἰσραήλ, μὴ τὰ βάζης μὲ τὸν Ἰσχυρό, μὴ καθυβρίζης τὸν Δημιουργό. Ἐμεῖς ποὺ ἐμακρύναμε ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ φυγαδευθήκαμε στὶς ἐρήμους, ζοῦμε μέσα στὸν κόσμο περισσότερο ἀπὸ σένα ποὺ ζῆς στὸ κέντρο τῆς Ἀθήνας. Βδελυκτὰ καὶ παράνομα πράγματα κατεργάζεσαι. Ὁ ἄνθρωπος ἀγωνίζεται γιὰ τὴν ἐλευθερία του, κι ἐσὺ νομοθέτησες τὴν σκλαβιὰ στὴν ζωή του. Ὁ σκλαβωμένος στὰ πάθη του δὲν εἶναι ἐλεύθερος. Συλλογίσου τα αὐτὰ καὶ παραμέρισε.

Ἄφησε τὶς τόλμες τὶς ἄτολμες. Ἄφησε τοὺς ἀνδρισμούς, ἀφοῦ ἔγινες γυναίκα. Εἴτε πιστεύεις εἴτε δὲν πιστεύεις, εἶσαι ἀπόγονος τοῦ Ἀδάμ, καὶ ἐσὺ καὶ τὸ σινάφι σου, καὶ ὑπάρχει κρίση καὶ ἀνταπόδοση. Φρενάρισε, γιατὶ σκούνταψες καὶ δὲν ὑπάρχει κανένας νὰ σοῦ φέξη, σὲ λίγο θὰ στερῆσαι καὶ δὲν θὰ ἔχης τὸν ἐλεοῦντα.
Μὲ αὐτὸν τὸν νόμο κορυφώνεις τὸ κακό, σταματᾶς τὰ καυχήματα τῶν γονιῶν, τοὺς βάζεις στὴν ἀμφισβήτηση ἂν ἀναθρέφουν ἄνδρα ἢ γυναίκα, σταματᾶς τὸ νανούρισμα τῆς μάννας. Τί θὰ λέη ὅταν κουνάη τὸ παιδί της; «Παιδούλα μου» ἢ «Ἀγόρι μου»; Ὁ ἄνθρωπος μὲ τὶς δαιμονικὲς δυνάμεις κλίνει πρὸς τὸ κακό. Ἂν τὸ κατοχυρώσης καὶ μὲ νόμο, τότε ἦρθε ἡ ἐποχὴ νὰ ψάχνουμε «ὁ διάβολος θηλυκὸς εἶναι ἢ ἀρσενικός;» Ἡ ἱστορία τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων τέτοια φοβερὴ ἀπόκλιση δὲν εἶχε ποτέ. Ὄχι τὸ Ὄρος δὲν πρέπει νὰ σὲ δέχεται, ἀλλ᾽ οὔτε ἡ μάννα ποὺ σὲ γέννησε. Ἡ φουρτούνα ποὺ σήκωσες αὐτὴ θὰ σὲ πνίξη. Μέριασε.

Χριστιανοί, μὴ θροῆσθε. Δὲν θὰ μείνουμε μόνοι μας. Θὰ φύγουμε ἀπὸ τὴν σκιὰ τοῦ θανάτου καὶ θὰ κοιτασθοῦμε κάτω ἀπὸ εὐσκιόφυλλα δένδρα. Ἐμεῖς, οἱ βαπτισθέντες καὶ Θεὸν ὁμολογοῦντες, λέμε:

Ἐξεγέρθητι, Κύριε, ἐν τῇ δυνάμει σου καὶ σῶσον πάντας ἡμᾶς ἀπὸ τὰ ἔθνη τὰ φρυαττόμενα. Κύριε τῶν δυνάμεων, τὸ παρασόλι σου ζητοῦμε, τὸ ἀλεξίβροχό σου. Οὔτε σταγόνα βροχῆς νὰ μὴ μᾶς εὕρη ἀπὸ τὴν καταιγίδα τοῦ ΣΥΡΙΖΑ. Ἄστραψε καὶ βρόντηξε καὶ σκόρπισε τὰ φρυάγματα τῶν ἐθνῶν καὶ διάλυσε τὶς βουλὲς τῶν ἀσεβῶν.

Συντηρητικοὺς μᾶς λέτε. Τὸ Ὄρος εἶναι συντηρητικό, ἀλλὰ μὲ διάκριση. Οὔτε νεοζηλωτὲς εἴμαστε οὔτε φανατικοὶ φονταμενταλιστές. Ἁπλῶς διακρίνουμε ποιὰ πράγματα χρειάζονται συντήρηση καὶ ποιὰ πέταμα. Ἐσεῖς βάζετε τὰ σάπια πράγματα στὴν συντήρηση; Ἐμεῖς τὰ θεωροῦμε θανατικὰ καὶ γιὰ τὰ ζῶα μας ἀκόμη καὶ λέμε «θάψτε τα· ἂν τὰ φᾶνε, θὰ ψοφήσουν». Θαφτῆτε μόνοι σας, γιατὶ βρωμᾶτε πτωμαΐνη. Ἡ μοσχοβολιὰ τοῦ φθινοπώρου δὲν μπορεῖ νὰ ὑπερνικήση τὴν δυσοσμία σας. Σὲ τοποθέτησαν νὰ ἀροτριᾶς τὴν γῆ καὶ ὄχι νὰ τὴν καταστρέφης. Παραμέρισε.

Γρηγόριος ὁ Ἀρχιπελαγίτης

Τετάρτη, 6 Σεπτεμβρίου 2017

Ἡ στάση τῶν λαϊκῶν ἔναντι αἱρετιζόντων Ἐπισκόπων, κατά τήν ἀκαδημαϊκή θεολογία

Σχετική εικόνα

Εικόνα ορθοδόξου (;) επισκόπου να χειροφιλη τον πάπα:!Ω της πτώσεως…!

τοῦ Μοναχοῦ Σεραφείμ
Οἱ πρόσφατες ἐξελίξεις στήν κατά τήν οἰκουμένη Ἐκκλησία, ἐξ αἰτίας τῆς κακοδόξου Συνόδου τοῦ Κολυμπαρίου, ὁποία ἐμπέδωσε τά δόγματα τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἀναδεικνύουν καί πάλι τό θέμα τῆς συμμετοχῆς τῶν λαϊκῶν Χριστιανῶν στήν προάσπιση τῶν ὑγιῶν ἐκκλησιαστικῶν δογμάτων. Τό θέμα εἶναι βεβαίως εὐρύτατο, καί ἡ πλήρης ἀνάπτυξή του ἀπαιτεῖ λιπαρή γνώση τῆς Ἐκκλησιολογίας, τῆς Ἱστορίας τῶν Δογμάτων, τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας ἐν γένει, καθώς καί τῆς Πατερικῆς Θεολογίας. Ἐδῶ ἐπιχειροῦμε μιά πρώτη ἁπλῆ προσέγγιση.


Πολλοί ἐκ τῶν ἁμαρτησάντων Ἐπισκόπων, ἀλλά καί ὅσοι «οὐ μόνον αὐτά ποιοῦσιν, ἀλλά καί συνευδοκοῦσι τοῖς πράσσουσιν»[1], ἀναγκαστικῶς προσφεύγουν στό (ἀναμφισβήτητα μοναδικῆς σημασίας) κῦρος τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος, γιά νά δικαιολογήσουν τά ἀδικαιολόγητα· ὑπαινίσσονται μάλιστα καί κάποιου εἴδους «ἀλάθητον» γιά τόν ἑαυτό τους καί τίς Συνόδους πού συγκροτοῦν. Ἐδῶ θά μποροῦσε κάποιος νά ὑπενθυμίσει, ὅτι καί στόν Παπισμό γενεσιουργός αἰτία πολλῶν ἐπί μέρους αἱρέσεων καί ἄλλων συμφορῶν ὑπῆρξε τό δόγμα τοῦ ἀλαθήτου τοῦ Πάπα: ποιός μπορεῖ νά ἀντισταθῆ ἐπαρκῶς στά αἱρετικά φρονήματα ἑνός θρησκευτικοῦ πλανητάρχη, ἐπί αἰῶνες ἐπενδεδυμένου μέ κοσμική ἐξουσία ἀλλά καί μία ... «θεϊκή» αἴγλη «ἀλαθήτων» ἐμπνεύσεων (ὁ ὁποῖος κάποτε, πρίν ξεπέσει, ὑπῆρχε Ὀρθόδοξος Πατριάρχης τῆς Ἰταλικῆς Ρώμης);
Στήν ἴδια τήν Σύνοδο τοῦ Κολυμπαρίου αὐτός ὁ μή ὑγιής «ἐπισκοπο-κεντρισμός», ὁ ὁποῖος στοχεύει στό νά στερήσει ἀπό τούς ἁπλούς πιστούς, ἀπό τούς λαϊκούς Χριστιανούς, τό δικαίωμα νά κρίνουν τά σχετικά μέ τήν Ὀρθοδοξία, βρῆκε τήν ἔκφρασή του στήν παράγραφο §22 τοῦ 6ου Κειμένου, τοῦ τιτλοφορουμένου «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν κόσμον» · ἐκεῖ γράφεται ὅτι «...ἡ διατήρησις τῆς γνησίας ὀρθοδόξου πίστεως διασφαλίζεται μόνον διά τοῦ συνοδικοῦ συστήματος, τό ὁποῖον ἀνέκαθεν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἀπετέλει τήν ἀνωτάτην αὐθεντίαν ἐπί θεμάτων πίστεως καί κανονικῶν διατάξεων (κανών 6 τῆς Β’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου)» [2]. Ὅπως συνάγεται ἀπό τήν μαρτυρία τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος προσπάθησε νά μετριάσει αὐτόν τόν «ἐπισκοπο-μονισμό» (τήν ἀπόδοση ἐκκλησιολογικοῦ βάρους ἀποκλειστικῶς στούς Ἐπισκόπους), μέ τήν ἀπάλειψη ἀπό τήν ὡς ἄνω φράση τῆς λέξεως «μόνον», καθώς καί μέ τήν προσθήκη τῶν Κανόνων 14ου καί 15ου τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου (861), ὁ ὁποῖοι προσδιορίζουν τίς προϋποθέσεις τῆς ἀντιδράσεως τῶν πιστῶν στούς Ἐπισκόπους· ὅμως ἡ πρότασή της δυστυχῶς ἀπορρίφθηκε[3].
Γιά νά φανεῖ πώς καί στό σημεῖο αὐτό ἡ Σύνοδος τοῦ Κολυμπαρίου ἐξέπεσε ὄχι μόνον ἀπό τήν ἁγιοπατερική διαχρονική ὁμοφωνία, ἀλλά καί ἀπό τήν πρόσφατη ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογική γραμμή, τήν ἐντός τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως, ὑπενθυμίζουμε ὅτι πρό τριάκοντα ἕξι ἐτῶν (1981) στόν διάλογο μέ τούς Παλαιοκαθολικούς (οἱ ὁποῖοι ἀποσκίρτησαν ἀπό τήν Ρώμη στίς δεκαετίες 1870-1880, ἐπειδή δέν δέχονταν τό ἀλάθητο καί τήν  λοιπή μοναρχία τοῦ Πάπα), εἶχαν προκριθῆ ἄλλες ἐκκλησιολογικές σταθερές. Στό κοινό κείμενο Ὀρθοδόξων καί Παλαιοκαθολικῶν τοῦ 1981 δηλωνόταν ὅτι ἀνωτάτη αὐθεντία στήν Ἐκκλησία εἶναι ἡ Οἰκουμενική Σύνοδος (καί ὄχι γενικῶς «τό Συνοδικόν Σύστημα»), καί μέ τήν δικλίδα, ὅτι πρέπει ἡ ἀπόφαση μιᾶς Γενικῆς Συνόδου νά συμφωνεῖ μέ τό φρόνημα τῆς ὅλης Ἐκκλησίας, ὥστε νά χαρακτηρίζεται Οἰκουμενική[4]. Τώρα, στό Κολυμπάρι, οἱ προϋποθέσεις αὐτές ἐπίτηδες ἐξαλείφθηκαν, πρός δόξαν τῶν δικῶν μας, τῶν ἀνατολικῶν, «μοναρχῶν» καί προεστώτων τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὥστε νά φιμωθῆ ἡ ἀντίδραση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος καί νά ἐπαρκέσουν οἱ ἀποφάσεις τῶν «ὑψηλά ἱσταμένων (καί δῆθεν ἀλαθήτων)».
Ὁ γράφων δέν προσδοκᾶ ὅτι τό ἄρθρο θά πείσει κάποιον ἀπό τούς συγκεκριμένους αἱρετίζοντες Ἐπισκόπους νά ἐνωτίζονται τήν φωνή τοῦ δικαίως ἀντιδρῶντος Ποιμνίου τους· διότι δυστυχῶς «εἰ Μωϋσέως καί τῶν Προφητῶν οὐκ ἀκούουσι» (καί τῶν θεοπνεύστων Κανόνων καί Ἁγίων Πατέρων ... ), «οὐδ’ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθήσονται» [5]. Παραθέτουμε λοιπόν, χάριν τῶν πιστῶν, τίς διαπιστώσεις παλαιοτέρων ἀκαδημαϊκῶν ἐπιστημόνων γιά τό δικαίωμα καί τήν ὑποχρέωση τῶν ἁπλῶν πιστῶν νά ἀγωνίζονται ὑπέρ τῆς διαφυλάξεως τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, ἀκόμη καί ἐναντίον Πατριαρχῶν καί Συνόδων. Δέν ἀσχολούμεθα μέ τό θέμα σφαιρικῶς, ὅπως ἔχει γίνει μέ ἐπάρκεια σέ ἄλλες μελέτες[6], ἀλλά μόνον μέ τήν πανεπιστημιακή θεολογία καί ἱστοριογραφία, ὥστε νά ἀπογυμνωθῆ - καί μόνον μέ βάση τά νεώτερα κείμενα - ἡ ἀδιαφορία ἤ ἡ ἀμάθεια ἤ ἡ πονηρία τῶν αἱρετιζόντων στήν ἐπιχειρούμενη ἀλλοίωση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μας φρονήματος καί τῆς συμπαγοῦς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιολογίας.
Εὐχόμεθα σέ ὅσους Ἐπισκόπους συναίνεσαν διά τῆς ψήφου ἤ ἔστω τοῦ λόγου τους στίς αἱρέσεις τοῦ Κολυμπαρίου μέ διαφόρους τρόπους, νά μετανοήσουν εἰλικρινῶς. Καί ὁ ἅγιος Ἰουβενάλιος, Ἀρχιεπίσκοπος Ἱεροσολύμων, στή λῃστρική Σύνοδο τῆς Ἐφέσου (τήν «ἐν Ἐφέσῳ Δευτέραν») τοῦ ἔτους 449 συντάχθηκε μέ τούς εὐτυχιανούς Μονοφυσῖτες ἐναντίον τῆς Ὀρθοδοξίας καί τοῦ ἁγίου Φλαβιανοῦ Κωνσταντινουπόλεως, μετέπειτα φονευθέντος, ἀλλά στήν ἀκολουθήσασα Οἰκουμενική Σύνοδο τῆς Χαλκηδόνος τοῦ 451, δύο ἔτη ἀργότερα, ἔλαβε τό μέρος τῶν Ὀρθοδόξων (καί τελικῶς ἁγίασε).
Ὁ Πρωτοπρεσβύτερος Καθηγητής π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ (1893-1979)
ρωσικῆς καταγωγῆς Πρωτοπρεσβύτερος καί Καθηγητής (στίς Θεολογικές Σχολές Ἁγίου Σεργίου Παρισίων, St. Vladimir’s, Holy Cross καί τά Πανεπιστήμια Harvard καί Princeton τῶν ΗΠΑ) [7] π. Γεώργιος Φλωρόφκσυ, ὑπῆρξε ἀπό τούς θεολόγους πού σφράγισαν μέ τήν διδασκαλία τους τόν 20ό αἰῶνα καί τό μέλλον τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας, ἰδίως τήν ἐπάνοδό της στό φρόνημα τῶν Ἁγίων Πατέρων[8]. Διδάσκαλος τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου, μετέπειτα ἐπίσης Καθηγητοῦ, π. Ἰωάννου Ρωμανίδη, ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ ὑπῆρξε παρά ταῦτα κάποτε, παρασυρθείς κατά τήν πρώιμη θεολογική πορεία του, καί σοβαρός ὑποστηρικτής μιᾶς «εὐρείας» («περιεκτικῆς») ἐκκλησιολογίας[9]. Κάποια ἐκκλησιολογικά ἀποσπάσματα ἀπό τό βιβλίο του «Ἁγία Γραφή, Ἐκκλησία, Παράδοση» εἶναι ἰδιαιτέρως σημαντικά γιά τό θέμα μας καί τά παραθέτουμε ἐν ἐκτάσει:
«Ὁλόκληρον τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ἔχει τό δικαίωμα νά ἐπαληθεύῃ, καί μάλιστα τό δικαίωμα ἤ μᾶλλον τό καθῆκον νά ἐπιβεβαιώνῃ. Κατ’ αὐτήν ἀκριβῶς τήν ἔννοιαν οἱ Πατριάρχαι τῆς Ἀνατολῆς ἔγραψαν εἰς τήν γνωστήν Ἐγκύκλιον ἐπιστολήν τοῦ 1848 ὅτι «ὁ λαός ὁ ἴδιος ὑπῆρξεν ὁ ὑπερασπιστής τῆς Θρησκείας». Ἀκόμη δέ ἐνωρίτερον ὁ μητροπολίτης Φιλάρετος εἶπε τό ἴδιον πρᾶγμα εἰς τήν «Κατηχητικήν» του [...]»[10].
«Ἡ πεποίθησις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὅτι «φύλαξ» τῆς Παραδόσεως καί τῆς εὐλαβείας εἶναι «ὅλος ὁ λαός», δηλαδή, τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, οὐδόλως μειώνει ἤ περιορίζει τό δικαίωμα τῆς διδασκαλίας πού ἐχορηγήθη εἰς τήν Ἱεραρχίαν [...] Οἱ ἱεράρχαι ἔλαβον τό δικαίωμα νά διδάσκουν ὄχι ἀπό τόν πιστόν λαόν, ἀλλ’ ἀπό τόν Μέγα Ἱερέα, τόν Ἰησοῦν Χριστόν μέ τό μυστήριον τῆς χειροτονίας. Ἀλλ’ ἡ διδασκαλία αὐτή εὑρίσκει τά ὅριά της εἰς τήν ἔκφρασιν τῆς ὅλης Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία καλεῖται νά μαρτυρήση εἰς αὐτήν τήν ἐμπειρίαν, πού ἀποτελεῖ ἀνεξάντλητον ἐμπειρίαν καί πνευματικόν ὅραμα. Ὁ ἐπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας (episcopus in ecclesia) πρέπει νά εἶναι διδάσκαλος. Μόνον ὁ ἐπίσκοπος ἔχει λάβει πλήρη ἐξουσίαν καί ἐξουσιοδότησιν  διά νά ὁμιλῆ ἐν ὀνόματι τοῦ ποιμνίου του. Τό ποίμνιον λαμβάνει τό δικαίωμα νά ὁμιλῆ διά τοῦ ἐπισκόπου. Διά νά κάμη ὅμως αὐτό ὁ ἐπίσκοπος πρέπει νά κλείση μέσα του τήν Ἐκκλησίαν, πρέπει νά φανερώση τήν ἐμπειρίαν καί τήν πίστιν του. Πρέπει νά ὁμιλῆ ὄχι ἀφ’ ἑαυτοῦ, ἀλλ’ ἐν ὀνόματι τῆς Ἐκκλησίας, ex consensu ecclesiae. Τοῦτο εὑρίσκεται εἰς πλήρη ἀντίθεσιν μέ τήν φόρμουλαν τοῦ Βατικανοῦ: ex sese, non autem ex consensus ecclesiae» [11].
«Τό πλῆρες δικαίωμα νά διδάσκη δέν τό ἀντλεῖ ὁ ἐπίσκοπος ἀπό τό ποίμνιόν του, ἀλλ’ ἀπό τόν Χριστόν, διά τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς. Τοῦ ἔχει ὅμως δοθῆ πλήρης ἐξουσία νά μαρτυρῆ περί τῆς καθολικῆς ἐμπειρίας τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ ἐπίσκοπος περιορίζεται ἀπό αὐτήν τήν ἐμπειρίαν καί ἑπομένως εἰς θέματα πίστεως ὁ λαός πρέπει νά κρίνη σχετικῶς μέ τήν διδασκαλίαν του. Τό καθῆκον τῆς ὑπακοῆς παύει ὅταν ὁ ἐπίσκοπος παρεκκλίνη ἀπό τόν καθολικόν κανόνα καί ὁ λαός ἔχει τό δικαίωμα νά τόν κατηγορήση ἀκόμη δέ καί νά τόν καθαιρέση» [12].
Ἀπό τήν σπουδαία τοποθέτηση τοῦ μακαριστοῦ Καθηγητοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, μολονότι τήν παραθέσαμε ἀποσπασματικῶς, σημειώνουμε τά ἑξῆς στοιχεῖα: (1) ὁ Ἐπίσκοπος μόνος ἔχει πλῆρες τό δικαίωμα τῆς διδαχῆς στήν Ἐκκλησία· (2) τό δικαίωμα αὐτό τό λαμβάνει ὄχι ἀπό τόν λαό, ἀλλά ἀπό τόν Χριστό μέσῳ τῆς ἱερᾶς Χειροτονίας καί τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς (ἀποφυγή λαϊκισμοῦ, «σοσιαλιστικοποιήσεως» τῆς Ἐκκλησίας)· (3) ὁ Ἐπίσκοπος δέν ὁμιλεῖ αφ’ ἑαυτοῦ, ἀλλ’ ἐκ μέρους τῆς Ἐκκλησίας του, διδάσκει ὡς στόμα τῆς διαχρονικῆς ἐμπειρίας καί τῆς Πίστεως τοῦ ποιμνίου του· (4) συνεπῶς περιορίζεται ἡ διδαχή τοῦ ἐπισκόπου στά ὅρια τῆς ἐμπειρίας τῆς Ἐκκλησίας, στόν «καθολικό κανόνα», διότι καί ὁ λαός ἔχει τό δικαίωμα νά ἐκφράζει τήν Πίστη καί ἐμπειρία του ἀναλλοίωτα, μέσῳ τοῦ στόματος τοῦ Ἐπισκόπου· (5) ὁ λαός ἔχοντας τό δικαίωμα νά ἐφράζεται μέσῳ τοῦ Ἐπισκόπου, ἔχει καί τό συνοδικῶς δεδομένο καθῆκον νά ἐπιβεβαιώνει ἤ ἀπορρίπτει, ὡς φύλαξ τῆς Πίστεως, ὅσα ὁ Ἐπίσκοπος διδάσκει· τέλος (6) ὅταν ὁ ἐπίσκοπος ἀποκλίνει ἀπό τήν ἐκκλησιαστική ἀλήθεια, ὁ λαός ἔχει τό δικαίωμα τῆς ἀνυπακοῆς στόν Ἐπίσκοπό του, καθώς καί τῆς ἐπικρίσεως καί καθαιρέσεώς του («ἀκουέτω ταῦτα καί ... βασιλεύς», θά μπορούσαμε νά προσθέσουμε[13]) !
Ὁ Βυζαντινολόγος Σέρ Στίβεν Ράνσιμαν (1903 - 2000)
            Ὁ σπουδαῖος ἱστορικός καί Καθηγητής (καί στεφθείς Ἱππότης, “Sir”, τό 1958) Steven Runciman, εἶναι ἕνας ἀπό τούς πλέον ἐπιφανεῖς ἱστορικούς τῆς «Βυζαντινῆς» Ἱστορίας, τῆς Ρωμηοσύνης μας. Στήν Ἑλλάδα μᾶς ἔγινε ἰδιαιτέρως ἀγαπητός χάρις στήν πασίγνωστη πρόβλεψή του, ὅτι ὁ 21ος αἰώνας θά εἶναι ὁ αἰώνας τῆς Ὀρθοδοξίας[14]. Ἄλλωστε ἡ ἀγάπη του γιά τήν Πατρίδα μας ἔχει ἐκδηλωθῆ πολλάκις μέ πολλούς τρόπους· ὁ Σέρ Στίβεν Ράνσιμαν ἦταν οὐσιαστικῶς «ὁ ἄνθρωπος πού κατάφερε σέ μεγάλο βαθμό νά ἀπαλλάξει τήν εἰκόνα τοῦ Βυζαντίου ἀπό τό στίγμα, πού τήν ἐννοοῦσε ὡς περίοδο παρακμῆς, διαφθορᾶς καί δολοπλοκίας [...] ἐνῶ καί ἡ Ἑλλάδα τοῦ ἀναγνωρίζει τή συμβολή του στή μετάδοση μιᾶς εἰκόνας θετικής γιά τήν, ἀπό πολλούς παραγνωρισμένη, περίοδο τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας» [15]. Στό ἔργο του «Ἡ Βυζαντινή Θεοκρατία» ὁ Ράνσιμαν σημειώνει τά ἑξῆς ἐνδιαφέροντα:
«Ὁ Αὐτοκράτορας, ἀπό τήν ἴδια τή φύση τῆς θέσεώς του, ἦταν ὑποχρεωμένος νά εἶναι κατά κάποιο τρόπο ἕνα ἀπομακρυσμένο πρόσωπο. Ὁ Ἀντιπρόσωπος τοῦ Θεοῦ ἔπρεπε νά γνωρίζει τή θέση του, μιά θέση πολύ τιμημένη [...] Τό ἴδιο κι ὁ Πατριάρχης, ἄν καί δέν ἀπολάμβανε τό ἴδιο ἀκριβῶς μυστικό γόητρο, ἔπρεπε νά συμπεριφέρεται ὡς ἕνα ἀξιοσέβαστο πρόσωπο. Ὁ σεβασμός γιά τή θεϊκή ἐξουσία τοῦ Αὐτοκράτορα ἤ τοῦ Πατριάρχη δέν ἐμπόδιζε τούς Βυζαντινούς νά ξεσηκώνονται σέ ἐπανάσταση ἐναντίον ἑνός ἀνθρώπου πού τόν θεωροῦσαν ἀνάξιο γιά μιά τέτοια θέση. Ἡ ἐπανάστασή τους ὅμως στρεφόταν ἐναντίον μιᾶς ἀνθρώπινης ὕπαρξης κι ὄχι ἐναντίον τοῦ ἱεροῦ της ρόλου. Στήν πραγματικότητα ἐπαναστατοῦσαν γιά νά φυλάξουν τήν αὐθεντικότητα τοῦ ρόλου της» [16].
Ἡ μαρτυρία αὐτή τοῦ Σέρ Στίβεν Ράνσιμαν ἐπιβεβαιώνει, ὅτι «οἱ Βυζαντινοί» (καλύτερα, ὅμως, «οἱ Ρωμηοί»): (1) ἀπέδιδαν σεβασμό στόν ἐπισκοπικό (ὅπως καί τόν αὐτοκρατορικό) θεσμό, ἐπειδή εἶχε ἱερό κῦρος, ἀποτελοῦσε θεϊκή ἐξουσία· (2) τό ἱερό αὐτό κῦρος τῶν δύο θεσμῶν τῆς Βασιλείας καί τῆς Ἱερωσύνης ὑποχρέωνε τά πρόσωπα-φορεῖς τους νά συμπεριφέρονται ἀναλόγως· (3) ὁ ἴδιος ὁ σεβασμός αὐτός τοῦ λαοῦ πρός τούς δύο ἱερούς θεσμούς ὁδηγοῦσε καί στήν ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ ἐπανάσταση καί ἀνατροπή ἐναντίον προσώπων (Βασιλέως καί Πατριάρχου) πού ἦταν ἀνάξια γιά τήν ἱερότητα τῶν θεσμῶν τούς ὁποίους ὑπηρετοῦσαν.
Ὁ Καθηγητής Παναγιώτης Τρεμπέλας (1886 - 1977)
Ὁ Καθηγητής Παναγιώτης Τρεμπέλας, ἀπό τά ἱδρυτικά καί ἡγετικά στελέχη τῶν Ἀδελφοτήτων Θεολόγων «Ζωή» (1907) καί «Ὁ Σωτήρ» (1960), ὑπῆρξε σαφέστατα ἀσυνήθης μορφή στήν νεωτέρα Ἑλληνική Θεολογία, διακεκριμένος καί ἀκαταπόνητος ἑρμηνευτής, δογματολόγος, λειτουργιολόγος, ἀπολογητής καί ἱεροκῆρυξ. Εὐρέως γνωστός ἐπίσης στό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τήν πληθύ καί τήν ὑψηλή ποιότητα τῶν συγγραμμάτων του, τά ὁποῖα καλύπτουν μέγα εὖρος πρακτικῶν ἀναγκῶν τοῦ ποιμνίου καί τῶν ἀπαιτήσεων τῶν κατηχητῶν καί τῶν θεολόγων, συνεισέφερε ἐξ ἴσου καί στήν ἀκαδημαϊκή θεολογία στά πεδία τά ὁποῖα ὑπηρέτησε[17].
Ἡ διδασκαλία τοῦ Καθηγητοῦ Τρεμπέλα σήμερα ὑποτιμᾶται ἀπό τό μετα-πατερικό θεολογικό κατεστημένο, ὄχι κατ΄ οὐσίαν λόγῳ τῆς ἐμμέσου διαμφισβητήσεως ἀπό τόν Τρεμπέλα στοιχείων τῆς πατερικῆς ἡσυχαστικῆς καί παλαμικῆς θεολογίας (ἕνα σημαντικό[18], ὄχι πάντως καθοριστικό, λάθος του) [19], ἀλλά διότι ἡ συστηματική ἔκθεση ἀπό τόν μακαριστό Τρεμπέλα τῶν δογμάτων τῆς Πίστεως, ὡς ἐπίσης καί οἱ ἀπολογητικές του συγγραφές κατά τῶν ποικίλων αἱρετικῶν ρευμάτων καί ἀνατρεπτικῶν τάσεων τοῦ μοντερνισμοῦ, ἀποτελοῦν σιωπηλή τροχοπέδη στήν προσπάθεια τῶν καινοτόμων αἱρετικῶν οἰκουμενιστῶν καί νεο-αριστερῶν θεολόγων, νά προωθήσουν τήν δική τους «σύνθεση», μιά «σούπα» δογματικοῦ σχετικισμοῦ καί γενικῆς θεολογικῆς ρευστότητος. Ἔτσι ὁ Τρεμπέλας κατηγορεῖται ὡς «σχολαστικιστής», διότι ἁπλῶς καί μόνον δέν «φιλοσοφοῦσε» μέ ἐλευθεριάζουσα τήν διάνοια, ἀδέσμευτη ἀπό τά δόγματα καί τίς ἱερές παραδόσεις, κατά τό παράδειγμα λίγων συγχρόνων του καί πολλῶν μεταγενεστέρων (ὅπως ἦταν, θά λέγαμε, ὁ τρομερός ἀλλά καί «αἱρετικός» νοῦς, ὁ Καθηγητής κυρός Νίκος Ματσούκας).
Ὁ ἴδιος ὁ π. Ἰωάννης ὁ Ρωμανίδης, ἡ θεολογία τοῦ ὁποίου  ὑπῆρξε πολεμούμενο σημεῖο ἀναφορᾶς, ἀλλά καί κομβικό σημεῖο (ἐπι)στροφῆς στήν μόνη ἀληθῶς ἐκκλησιαστική, τήν νηπτική καί ἡσυχαστική, θεολογία, γράφει περί τοῦ Π. Τρεμπέλα, καί παρά τούς θεολογικούς διαξιφισμούς του μέ τόν ἴδιο τόν πολιό Καθηγητή: «Ἐξ ἴσου ἀπαραίτητος εἶναι ἡ μελέτη τῆς Δογματικῆς τοῦ κορυφαίου Δογματικοῦ καί καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν ἀειμνήστου Παναγιώτου Τρεμπέλα, ὅστις ἐπίσης ἠκολούθησε γραμμήν ἐπανόδου τῆς νεωτέρας Ὀρθοδόξου Θεολογίας εἰς τήν Πατερικήν Παράδοσιν»· γιά τόν λόγο αὐτό καί τά ἑρμηνευτικά κείμενα τοῦ Π. Τρεμπέλα μποροῦν νά χρησιμοποιηθοῦν «ὡς γέφυρα πρός τά ἑρμηνευτικά μνημεῖα τῶν Πατέρων» [20]. Εἶναι σαφές, ὅτι ὁ μακαριστός Καθηγητής καί ἡγέτης τῆς Ἀδελφότητος τοῦ «Σωτῆρος» κατατάσσεται στό μέτωπο τῶν ἀγωνιζομένων ὑπέρ τῆς πατερικῆς Παραδόσεως[21].
Παραθέτουμε (σέ μεταφορά στή νεοελληνική) σχετικό μέ τό θέμα μας ἐκκλησιολογικό ἀπόσπασμα ἀπό τήν Δογματική του: «Ἐξηγεῖται λοιπόν πλήρως ἡ τέτοιου εἴδους ἰσχύς τῆς λαϊκῆς ἀναγνωρίσεως, ὅταν ληφθῆ ὑπ΄ ὄψιν, ὅτι οἱ ἀποφάνσεις καί διατυπώσεις τῶν ἱερῶν Συνόδων ὡς πρός τήν χριστιανική ἀλήθεια, γίνονται, ὅπως εἴπαμε, σύμφωνα μέ τήν ἔγγραφη καί ἄγραφη ἀποστολική παράδοση, ἡ ὁποία δέν ἀποτελεῖ κάποια νεκρή καί θεωρητική γνώση, ἀλλά ζωντανό φρόνημα παντός τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας, τό ὁποῖο μαρτυρεῖται καί ἀποτελεῖται ἀπό τήν ζωντανή πίστη ὅλων τῶν μελῶν Της. Ὁ θησαυρός τῆς πίστεως, δηλαδή, πού περιέχεται στήν Ἁγία Γραφή καί τήν ἀποστολική παράδοση γενικῶς, πρέπει νά εἶναι κτῆμα κάθε Χριστιανοῦ καί νά βιώνεται στή ζωή του. Συνεπῶς καί οἱ ἀποφάνσεις τῶν ἱερῶν Συνόδων πού σχετίζονται μέ τόν θησαυρό αὐτό, καί πού λαμβάνονται λόγῳ τῶν ἀμφισβητήσεων τῆς ζωοπαρόχου ἀληθείας ἐκ μέρους τῶν αἱρετικῶν, καί οἱ ὁποῖες [ἀμφισβητήσεις] παρακολουθοῦνται μέ ἀδιάπτωτο ἐνδιαφέρον ἀπό τά ζῶντα μέλη τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἀδύνατον νά συναντοῦν ἀδιαφορία  στούς πιστούς, ἐφ΄ ὅσον αὐτοί δέν εἶναι νεκροί [πνευματικῶς, ἐν.].  Ἔτσι ἡ κρίση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος ἐπί τῶν συνοδικῶν ἀποφάνσεων ἐμφανίζεται αὐθόρμητη, κάποιες φορές δέ καί ἀσυγκράτητη, ἀλλά ἐκδηλώνει συγχρόνως καί τό καθολικό φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας, τό ὁποῖο βέβαια οὐδέποτε ἔπαυσε νά μαρτυρεῖται καί νά κηρύττεται ἀπό Αὐτήν» [22].
Τά συμπεράσματα τοῦ καθηγητοῦ συμπυκνώνονται στά ἑξῆς: (1) ὁ θησαυρός τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Πίστεως δέν εἶναι νεκρό γράμμα διανοητικῆς θεωρίας καί γνώσεως, ἀλλά βίωμα καί φρόνημα ὅλων τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας· (2) ὡς ἐκ τούτου ἡ ἀμφισβήτηση τῆς ἀληθείας ἀπό τούς αἱρετικούς προξενεῖ τίς ἱερές Συνόδους καί παρακολουθεῖται καθηκόντως μέ ἐνδιαφέρον ἀπό τά πνευματικῶς ζωντανά (καί ὄχι τά νεκρά) μέλη τῆς Ἐκκλησίας· (3) ἡ αὐθόρμητη (καί ἐνδεχομένως δυναμική) ἀντίσταση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος σέ συνοδικές ἀποφάσεις, ἀποτελεῖ καί ἐκδήλωση τοῦ (προσβαλλομένου ἀπό τήν αἵρεση) διαχρονικοῦ φρονήματος τῆς Ἐκκλησίας.
Ὁ Καθηγητής Κωνσταντῖνος Μουρατίδης (1918 – 2001)
Ὁ Καθηγητής τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου καί τῆς Ποιμαντικῆς στή Θεολογική Σχολή τῶν Ἀθηνῶν (ἀπό τό 1962) Κωνσταντῖνος Μουρατίδης, Πρόεδρος δέ ἐπί 25 ἔτη τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως Θεολόγων (ΠΕΘ) καί ἱδρυτής τοῦ περιοδικοῦ της «Κοινωνία», ὑπῆρξε κατά τίς μαρτυρίες τῶν συγχρόνων του «θεολόγος μέ πατερικό καί ἐκκλησιαστικό φρόνημα καί ἦθος [...] Εἰρηνικός καί εἰρηνοποιός ἀλλά καί ὁμολογητής, ἀγωνιστής καί μαχητικός ὅταν ἡ πίστις ἦταν τό κινδυνευόμενον» [23]. Ὤν ἐπιστήμων σοφός καί εὐρυμαθής, «ὑποστηρικτής τοῦ δικαίου, νομίμου καί πρέποντος, δέν ἐφοβεῖτο νά ἔλθη εἰς ρῆξιν πρός φίλους καί συνεργάτας, ὡς καί πρός τούς ὑψηλά κατέχοντας ἀξιώματα. Δι’ αὐτόν ἡ ἀλήθεια καί ἡ δικαιοσύνη ἦτο ὑπεράνω πάσης ἀνθρωπίνης φιλίας καί σχέσεως» [24]. Ὁ μακαριστός Καθηγητής ἐκοιμήθη τήν ἀποφράδα ἡμέρα τῆς ἐλεύσεως καί ἐπισήμου θεσμικῆς (ὡς Ἐπισκόπου) ἀποδοχῆς τοῦ Πάπα στήν Ἀθήνα (4 Μαΐου 2001). Τά παρακάτω ἀποσπάσματα (σέ νεοελληνική ἀπόδοση) ἀπό τό σπουδαῖο ἔργο του σχετικῶς μέ τήν οὐσία καί τό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας σύμφωνα μέ τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο, εἶναι πολύ ἐνδεικτικά:
«Ὁ ἱερός Χρυσόστομος θεωρεῖ τούς λαϊκούς πολύτιμους καί ἀπαραίτητους συνεργάτες τοῦ Κλήρου γιά τήν διάδοση τῆς εὐαγγελικῆς ἀληθείας [...] Ἡ παραμέληση αὐτοῦ τοῦ καθήκοντος ἀποτελεῖ βαρύτατο ἁμάρτημα, γι΄ αὐτό καί Χρυσόστομος θεωρεῖ ἐχθρό τῆς Ἐκκλησίας αὐτόν πού παραμελεῖ τό καθῆκον τῆς διαφωτίσεως τῶν ἄλλων ἀδελφῶν καί μάλιστα ὅσων παραπλανήθηκαν ἀπό αἱρετικούς» [25].
«Ὁ ἱερός Χρυσόστομος δέν δίδαξε μόνον ὅτι εἶναι ἀναγκαία καί ἐπιβεβλημένη ἡ ἐνεργή συμμετοχή ὅλων τῶν πιστῶν στή διαμόρφωση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου, ἀλλά ὑπῆρξε καί ὁ ὑπέροχος ἡγέτης ὁ ὁποῖος ἐνέπνευσε τά πλήθη τῶν πιστῶν καί τά μετέβαλε σέ πολύτιμους συμπαραστάτες καί ἀγωνιστές τῆς καλῆς στρατεύσεως. Ὁ Χρυσόστομος στούς λαϊκούς δέν διέβλεπε τούς ἀντιπάλους πού ἔπρεπε νά κρατηθοῦν μακριά ἀπό τόν ὀργανωτικό μηχανισμό τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ἀποζητοῦσε μέ ὑπεράνθρωπες προσπάθειες νά ἐπιτύχει τήν ἐνεργή συμμετοχή τους σέ αὐτόν» [26].
Ἀφοῦ δέ ἀναφερθῆ στήν ὑποστήριξη τῶν εὐσεβῶν Κωνσταντινουπολιτῶν πρός τόν Ἅγιο Χρυσόστομο κατά τίς ἐναντίον του διώξεις τῶν ἰσχυρῶν, ὁ Καθ. Μουρατίδης προσθέτει τό ἐπαγωγικό συμπέρασμα:
«Ἀπό τήν σπουδαιότητα τῆς παραπάνω περικοπῆς φανερώνεται σαφέστατα, ὅτι οἱ λαϊκοί ἔχουν κληθῆ ὄχι μόνον νά μεριμνοῦν γιά τά πράγματα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί νά συμβάλλουν στό νά διοικεῖται ἡ Ἐκκλησία συμφώνως πρός τούς Κανόνες. Εἶναι μάλιστα χαρακτηριστικό, ὅτι σέ κρίσιμες στιγμές γιά τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν ἀνάξιοι κληρικοί ἀνέτρεπαν τούς Νόμους τῆς Ἐκκλησίας, τούς ὁποίους ἀκριβῶς κλήθηκαν νά προστατεύσουν καί ἐφαρμόσουν, οἱ λαϊκοί ὑπῆρξαν πάντοτε ἐκεῖνοι πού διέσωσαν τό σκάφος τῆς Ἐκκλησίας πού κινδύνευε. Τό λαμπρό παράδειγμα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐπί Χρυσοστόμου ἀποτελεῖ ἀσφαλῶς μία ἀπό τίς πλέον χαρακτηριστικές περιπτώσεις τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας. Δέν εἶναι συνεπῶς παράδοξο τό γεγονός, κατά τό ὁποῖο ὁ Μέγας Χρυσόστομος ἀπευθυνόμενος στό ὑπέροχο ποίμνιό του διακήρυσσε: “τίποτε δέν θά βάλω σέ ἐφαρμογή χωρίς ἐσᾶς”»[27].
Ἡ ἀνάλυση τοῦ Καθηγητῆ εἶναι εὐκρινέστατη· δέν χρειάζεται, νομίζω, νά σχηματοποιήσουμε τίς θέσεις του.
Ὁ Καθηγητής Βλάσιος Φειδᾶς (1936 -  )
Καθηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου κ. Βλάσιος Φειδᾶς, Ὁμότιμος ἀπό τό 2003, εἶναι ἀναμφιβόλως ἕνας ἀπό τούς πλέον ἐξέχοντες ἐπιστήμονες τῆς Ἑλληνικῆς Θεολογίας, ἰδίως τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας, καί ἀπό τούς παλαιούς προμάχους τῶν ἐκκλησιαστικῶν δικαίων τῆς ἑλληνοφώνου Ὀρθοδοξίας καί τῶν θεσμῶν της[28]. Δυστυχῶς, ὅσοι τόν γνωρίσαμε καί ἐκτιμήσαμε μέσῳ τῶν - ἐν τοῖς πλείστοις - ἀξιολογωτάτων καί πλουσιωτάτων γραπτῶν του (ἤ καί προσωπικῶς, ὅπως ὁ γράφων), δέν μποροῦμε νά ἀποφύγουμε τήν θλιβερή σύγκριση μέ τίς νεώτερες ἐκκλησιολογικές τοποθετήσεις του, ὅπως λ.χ. τήν θετική του ἀποτίμηση τῆς Συνόδου τοῦ Κολυμπαρίου[29], ἀλλά καί μέ τήν γενική συμβολή του στόν παναιρετικό οἰκουμενισμό. Ἐξ αἰτίας αὐτῶν ὁ «ἐκκλησιαστικός τεχνοκράτης» ἔχει ἔλθει σέ εὐθεία σύγκρουση πρός ὅσα ὁ ἴδιος ἔχει γράψει ὡς ἐκκλησιαστικός ἐπιστήμων. Ἀπό τό εὐσύνοπτο σύγγραμμά του «Βυζάντιον», ἀρυόμαστε ὅσα ἐνδιαφέρουν τό θέμα μας.
Γράφοντας ὁ Καθηγητής Φειδᾶς γιά τήν σχέση μεταξύ τῶν δύο κυριαρχικῶν «θεοδωρήτων ἐξουσιῶν» τῆς Ρωμηοσύνης, δηλαδή τῆς Ἱερωσύνης καί τῆς Βασιλείας, καθώς καί τήν σχέση τοῦ λαοῦ μέ αὐτές, παρατηρεῖ ὅτι, ἐνῷ ὁ λαός δέν ἀναμειγνυόταν στήν ἀνάδειξη (τήν ἐκλογή) τῶν φορέων τῆς Βασιλείας καί τῆς Ἱερωσύνης, δηλαδή τῶν Αὐτοκρατόρων καί τῶν Πατριαρχῶν, ὡστόσο διατηροῦσε τό δικαίωμα τῆς ἐκ τῶν ὑστέρων κρίσεως τῶν ἐν λόγῳ προσώπων: «Ὁπωσδήποτε ὅμως ἀμέσως μετά τήν ἐνθρόνιση τοῦ «ἐκλεκτοῦ τοῦ Θεοῦ» γιά ὁποιαδήποτε ἀπό τίς δύο θεοδώρητες στήν αὐτοκρατορία ἐξουσίες ὁ λαός μεταβαλλόταν αὐτόματα σέ αὐτοδύναμο κριτή τῶν φορέων τῶν δύο ἐξουσιῶν, γιατί ἡ ἄσκησή τους εἶχε ἀνατεθῇ σ΄ αὐτούς ἀπό τό Θεό γιά τή διακονία τοῦ λαοῦ, γι΄ αὐτό καί ὁ λαός ἐνεργοποιοῦσε τά κυριαρχικά του δικαιώματα κυρίως στήν κρίση τῶν φορέων τῶν δύο ἐξουσιῶν καί ὄχι στήν ἀνάδειξή τους, ἡ ὁποία τόσο στήν πολιτική θεωρία, ὅσο καί στήν πολιτική θεολογία τῆς Ἐκκλησίας εἶχε συνδεθῇ μέ τήν ἐνεργοποίηση τῆς θείας βουλήσεως στή ζωή τῆς αὐτοκρατορίας» [30]. Καί ἀλλοῦ γράφει, ὅτι ὁ λαός «...ἔδειχνε συνήθως μεγαλύτερη εὐαισθησία στήν αὐθόρμητη ἀγωνία τῶν μοναχῶν, παρά στούς ἐπιτηδευμένους συλλογισμούς τῶν λογίων ἱεραρχῶν ἤ ἀξιωματούχων τῆς αὐτοκρατορίας» [31].
Ἀπό τήν θέση αὐτή τοῦ Καθηγητοῦ Φειδᾶ, διατηροῦμε τέσσερις διαπιστώσεις ἐπί τῆς ἱστορίας: (1) ἡ πρακτική τῆς μή συμμετοχῆς τοῦ λαοῦ στήν ἀνάδειξη Πατριαρχῶν καί Βασιλέων, δέν συνεπαγόταν ὅτι ὁ λαός δέν μποροῦσε οὔτε καί νά τούς κρίνει, ὡς θεοδωρήτων ἐξουσιῶν ἀναξίους, ἐνδεχομένως, φορεῖς · (2) τό κυριαρχικό αὐτό δικαίωμα τοῦ λαοῦ πήγαζε ἀπό τό γεγονός ὅτι τόσο ἡ Ἱερωσύνη ὅσο καί ἡ Βασιλεία ὑπάρχουν γιά νά ὑπηρετοῦν τόν λαό· (3) συνεπῶς ὁ λαός αὐτομάτως καί αὐτοδυνάμως ἔκρινε τούς φορεῖς τῶν δύο ἐξουσιῶν, Βασιλεῖς καί Ἀρχιερεῖς· καί (4) ὁ πιστός λαός ἐμπιστευόταν τήν ἀνιδιοτέλεια τῶν Μοναχῶν καί ὄχι τήν διπλωματική λογική τῶν «μορφωμένων» Ἱεραρχῶν ἤ τῶν κοσμικῶν ἀξιωματούχων[32].
Ἐπίλογος
Μέ τήν παραπάνω κατάθεση τῶν γνωμῶν διακεκριμένων ἐπιστημόνων τοῦ παρελθόντος ὡς πρός τήν ἀντίδραση τοῦ εὐσεβοῦς ὀρθοδόξου λαοῦ σέ ἐνδεχόμενα θεολογικά ἀτοπήματα τῶν Ποιμένων του, νομίζουμε ὅτι καθίσταται σαφής ἡ ἱστορικῶς τεκμηριωμένη πρακτική τῆς λαϊκῆς ὁμολογιακῆς ἀντιδράσεως κατά πρόσωπον μιᾶς ἀναφυομένης αἱρέσεως. Ἡ ὀρθότητά της μαρτυρεῖται ἄλλωστε καί στά πατερικά συγγράμματα (ἰδίως τά ἱστορικοῦ περιεχομένου), ἀλλά καί στούς ἱερούς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ σαφέστατη αὐτή πρακτική, ὅπως συνοψίζεται στίς παραπάνω γνῶμες τῶν πανεπιστημιακῶν καθηγητῶν, θά μποροῦσε νά συμπυκνωθῆ στά ἑξῆς:
(α) Κατ΄ ἐξοχήν διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας εἶναι οἱ Ἐπίσκοποι, οἱ ὁποῖοι ἔλαβαν τό δικαίωμα αὐτό τῆς διδασκαλίας ἀπό τόν Χριστό.
(β) Ἡ διδασκαλία τῶν Ἐπισκόπων περιορίζεται στό νά ἐκφράζει τήν ἐμπειρία τῆς ὅλης Ἐκκλησίας, δηλαδή τήν ἔγγραφη καί ἄγραφη Ἀποστολική Παράδοση, ἡ ὁποία εἶναι βιωματικό φρόνημα καί ὄχι νεκρό διανοητικό γράμμα· ἡ ἐπισκοπική διδασκαλία ἀποτελεῖ διακονία τοῦ λαοῦ.
(γ) Οἱ σωστοί Ἐπίσκοποι δέν εὑρίσκονται σέ ἀντιπαράθεση, ἀλλά σέ συνεργασία μέ τούς λαϊκούς, τούς ὁποίους προσπαθοῦν νά δραστηριοποιοῦν ἱεραποστολικῶς.
(δ) Ὁ πιστός λαός, ὁ ὁποῖος δικαιωματικῶς ἐκφράζεται μέσῳ τοῦ Ἐπισκόπου του, ἔχει τό δικαίωμα, ἤ μᾶλλον τό καθῆκον νά παρακολουθεῖ καί κρίνει τήν ἐπισκοπική διδασκαλία. Πολλές φορές ὁ ἁπλός λαός διαγινώσκει σέ ἀναξίους Κληρικούς ἐσφαλμένες προτεραιότητες, συμβιβασμούς, καιρικές σκοπιμότητες καί ἐπιτηδευμένους συλλογισμούς.
(ε) Ἡ ἐκ μέρους τῶν λαϊκῶν παρακολούθηση τῆς πορείας τῶν αἱρέσεων καί ἡ αὐτοδύναμη ἐπιβεβαίωση ἤ ἀπόρριψη τῆς ἐπισκοπικῆς διδασκαλίας εἶναι σημεῖο ζωῆς τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος καί ἐξάσκηση κυριαρχικῶν του δικαιωμάτων· τό ἀντίθετο εἶναι σημεῖο νεκρώσεως.
(στ) Ὁ λαός ἔχει τό δικαίωμα τῆς ἀνυπακοῆς στόν παρεκκλίνοντα Ἐπίσκοπο, ἀκόμη καί τῆς καθαιρέσεώς του.
 (ζ) Ἡ ἐπανάσταση αὐτή κατά τοῦ παρεκκλίνοντος Ἐπισκόπου πηγάζει ἀπό τό σεβασμό καί ὄχι ἀπό ἀσέβεια πρός τήν ἱερότητα τῆς θεοδώρητης ἐπισκοπικῆς ἐξουσίας, τήν ὁποίαν ὁ αἱρετίζων Ἐπίσκοπος ἀναξίως ἐκπροσωπεῖ· ἀποτελεῖ δέ ἡ ἐπανάσταση αὐτή ἐκδήλωση τοῦ θιγομένου διαχρονικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος.
(η) Ἡ ἐκ μέρους τῶν λαϊκῶν παραμέληση τῆς προφυλάξεως τῶν ἀδελφῶν-πιστῶν τῆς Ἐκκλησίας  ἀπό τίς ἱεροκανονικές παραβάσεις καί ἰδίως τίς αἱρέσεις καθιστᾷ τούς ἀμελεῖς αὐτούς λαϊκούς ἐχθρούς τῆς Ἐκκλησίας.
(θ) Ἡ ἐκκλησιαστική ἱστορία μαρτυρεῖ γιά τό ὅτι πολλές φορές τήν προσβαλλόμενη ἐκκλησιαστική Πίστη καί ἱεροκανονική τάξη διέσωσαν λαϊκοί ἀντιτιθέμενοι σέ ἀναξίους Κληρικούς.
Οἱ γνῶμες πού παραθέσαμε δέν ἐξαντλοῦν ὅλο τό εὖρος τῶν θεολογικῶν καί ἐκκλησιαστικῶν τάσεων ἐντός τῆς πρόσφατης ἀκαδημαϊκῆς Θεολογίας· ὡστόσο, εἶναι θαυμαστή σύμπνοια πού τίς διακρίνει· ἰσχυροποιοῦνται λοιπόν σέ μέγιστο βαθμό μέσῳ τῆς ἀντιπαραβολῆς καί τοῦ συνδυασμοῦ τους ἀποδεικνύοντας καί τό ἑξῆς ἀντίδραση τοῦ ὀρθοδόξου λαοῦ στήν ἐκκλησιαστική ἡγεσία, ὅταν θίγεται Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καί ἰδίως τά δόγματα, δέν ἀποτελεῖ ἔκφανση εὐσεβιστικοῦ λαϊκισμοῦ περιθωριακοῦ ζηλωτισμοῦ, ἀλλά ἀκραιφνοῦς καί θεοφιλοῦς ἐκκλησιολογικῆς ὀρθοφροσύνης καί ἐκκλησιαστικῆς ὑγείας.
Δέν θά μποροῦσε νά βρεθῆ καταλληλότερη ἀπό ἐδῶ θέση γιά μιά σχετική ρήση τοῦ μακαριστοῦ Κυπρίου ἐκκλησιαστικοῦ ἱστορικοῦ π. Παύλου Ἐγγλεζάκη, ἀναφερομένου στήν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου στό μεθόριο 19ου καί 20οῦ αἰῶνος : «Τό ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν ὑπῆρξε λοιπόν αὐτή πού θά τήν ἤθελαν οἱ κομψοί σοφιστές τοῦ τότε ἤ τοῦ σήμερα, δέν εἶναι ἀναγκαστικά ἤ πάντα ἐναντίον της. Ἡ Ἐκκλησία, στήν ἐσωτερική της πολιτεία, ἦταν συντηρητική, δότι ἦταν ἡ Ἐκκλησία τοῦ λαοῦ, ἄρα τῶν χωρικῶν [...] Στό μέτρο πού ὁ Ἰησοῦς ταύτισε τόν ἑαυτό του μέ τούς ἐλάχιστους τοῦ κόσμου τούτου, ἡ πραγματική ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι ἡ ἱστορία τῶν μεγάλων καί τῶν ἰσχυρῶν, ἀλλά τῶν ἀδύνατων καί τῶν μικρῶν. Ὁ θεολογικός ἱστορικός στοχασμός [...] δέν ἐνδιαφέρεται γιά τό τί ἔκαμαν οἱ κατά κόσμον μεγάλοι, ἔστω καί ἄν αὐτοί λέγονται ἀρχιεπίσκοποι, οὔτε γιά τό τί ἔκαμαν οἱ καθώς πρέπει μεσαῖοι, ἀλλά ἐξετάζει ποιοί, σάν τόν Θεό, ἦταν φτωχοί γιά ἕνα σύστημα, δηλαδή ἔξω ἀπό αὐτό, χωρίς ἀξία, ἄχρηστοι, καί ἄρα διαθέσιμοι, καί τί ἔκαναν γι΄ αὐτούς οἱ μαθητές τοῦ Ἰησοῦ. Διότι ἐκεῖνος σώζεται πού στά πρόσωπα αὐτῶν τῶν φτωχῶν βλέπει τόν Ἰησοῦ καί τόν ὑπηρετεῖ. Αὐτό εἶναι, σύμφωνα με τό εἰκοστό πέμπτο κεφάλαιο τοῦ Εὐαγγελίου κατά τόν Ματθαῖο, τό οὐσιαστικό κριτήριο τῆς ἀληθινῆς ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας» [33].
Εἴθε νά ἀναλογισθοῦν οἱ ἐκκλησιαστικοί μας ταγοί τό βάρος τοῦ σκανδαλισμοῦ τῶν Πιστῶν ἀπό τήν ἀλλοίωση τοῦ ἐκκλησιολογικοῦ δόγματος στό Κολυμπάρι καί νά πράξουν ἐν μεταμελείᾳ τά δέοντα!
Σημειωσεις  τελους
[1]. Ρωμ. 1, 3
[3]. Μητρ. Ναυπακτου και Αγ. Βλασιου Ιεροθεοσ, «Οἱ ἀποφάσεις τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος γιά τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο καί ἡ κατάληξή τους», Θεοδρομία 18 (2016) 426-428.433. Βλ. τό ἴδιο κείμενο καί ἐδῶ: https://www.scribd.com/document/325254627/ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ-ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ-Ι-Σ-Ι-ΓΙΑ-ΑΜΣΟΕ-ΚΑΙ-ΚΑΤΑΛΗΞΗ-ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ-ΑΚΤΙΝΕΣ#from_embed , ὅπως ἐπίσης καί ἐδῶ http://www.parembasis.gr/index.php/el/mitropolitis-3/ni-various-articles/4618-2016-09-25
[4]. Πρόκειται γιά τό β΄ κείμενο τῆς 4ης Συνδιασκέψεως τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς στό Ζαγκόρσκ τῆς Μόσχας (15-22 Σεπτεμβρίου 1981), ὑπό τόν τίτλο «Τό ἀλάθητον τῆς Ἐκκλησίας». Βλ. Ἐπίσκεψις 259 (1981) 12: «Ἀνώτατον ὄργανον τῆς Ἐκκλησίας διά τήν ἀλάθητον διακήρυξιν τῆς πίστεώς της εἶναι μόνον ἡ Οἰκουμενική Σύνοδος [...] Αὐτή ἀποφαινομένη ὑπό τήν ἐπιστασίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἔχει τό ἀλάθητον αὐτῆς ὡς ἐκ τῆς συμφωνίας αὐτῆς μεθ’ ὁλοκλήρου τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας. Ἄνευ τῆς συμφωνίας ταύτης οὐδεμία σύναξις εἶναι Οἰκουμενική Σύνοδος» (ἐλήφθη ἀπό τό Γρ. Λιαντας, Διορθόδοξος Διακονία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί ἡ συμβολή τῶν δύο Ἐκκλησιῶν στούς διμερεῖς θεολογικούς διαλόγους μέ τή Ρωμαιοκαθολιή Ἐκκλησία καί τήν Ἐκκλησία τῶν Παλαιοκαθολικῶν, ἐκδ. Κορνηλία Σφακιανάκη, Θεσσαλονίκη 2005, σ. 106ἑ.).
[5]. Λουκ. 16, 31
[6]. Ι. Μ. Παντοκρατοροσ Μελισσοχωριου, «Ἐπιτρέπεται οἱ λαϊκοί νά ἀναμειγνύονται σέ θέματα πίστεως;», Θεοδρομία ΙΒ΄ 3 (Ἰούλιος-Σεπτέμβριος 2010) 368-380. Βλ. καί http://www.impantokratoros.gr/769A2154.el.aspx  
[7]. Βλ. M. Baker – Ν. Ασπρουλησ, «π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ (1893-1979). Ἕνα σύντομο βιο-εργογραφικό σημείωμα», Θεολογία 81, τ. 4 (2010) 7-19.
[8]. Γ. Μπεμπησ, «Φλορόφσκυ Γεώργιος», Θρησκευτική καί Ἠθική Ἐγκυκλοπαιδεία 11 (1967) στ. 1184· «Ἐνταῦθα κατέστη ὁ διαπρύσιος κῆρυξ τῆς ἐπιστροφῆς πρός τούς Πατέρας καί τόν “ἱερόν Ἑλληνισμόν” καί ἐχόμενος στερρῶς τῆς ἑλληνικῆς πατερικῆς Παραδόσεως συνεκρούσθη ἀναποφεύκτως μετά τοῦ διασήμου ἐπίσης Ρώσου στοχαστοῦ καί σοφιολόγου Σεργίου Μπουλγκάκωφ».
[9]. Κριτική ἐπί μερικῶν πρώιμων ἐκκλησιολογικῶν οἰκουμενιστικῶν ἀντιλήψεων τοῦ π. Φλωρόφσκυ ἄσκησε καί ὁ Θεοφ. Ἐπίσκοπος πρώην Ζαχουμίου καί Ἐρζεγοβίνης κ. Ἀθανάσιος (Γιέβτιτς), ὁ ἴδιος τώρα ἐπίσης μεταξύ τῶν προμάχων τοῦ σερβικοῦ οἰκουμενισμοῦ, σέ ἄρθρο του περί τῆς ἐκκλησιολογίας τοῦ π. Φλωρόφσκυ. Βλ. Επισκοποσ πρ. Ζαχουμιου και Ερζεγοβινησ Αθανασιος Γιεβτιτσ, «Ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ περὶ τῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας», Θεολογία 81, τ. 4 (2010) 137-158.
[10]. Πρωτοπρ. Καθηγητησ Γ. Φλωροφσκυ, Ἁγία Γραφή, Ἐκκλησία, Παράδοσις, μτφρ. Δημ. Τσάμη, Γεωργίου Φλωρόφσκυ Ἔργα 1, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ , Θεσσαλονίκη 1976, σ. 73ἑ.
[11]. Πρωτοπρ. Καθηγητησ Γ. Φλωροφσκυ, αὐτόθι, σ. 74ἑ.
[12]. Πρωτοπρ. Καθηγητησ Γ. Φλωροφσκυ, αὐτόθι, σ. 75.
[13]. Αγιοσ Γρηγοριοσ ο Θεολογοσ, Λόγος ἐπιτάφιος (ΜΓ΄) εἰς τόν Μέγαν Βασίλειον 50, PG 36, 561A: «Πρός ταῦτα ὕβριζε͵ ἀπείλει͵ ποίει πᾶν ὁτιοῦν ἄν ᾖ βουλομένῳ σοι͵ τῆς ἐξουσίας ἀπόλαυε. Ἀκουέτω ταῦτα καί βασιλεύς͵ ὡς ἡμᾶς γε οὐχ αἱρήσεις οὐδέ πείσεις συνθέσθαι τῇ ἀσεβείᾳ͵ κἄν ἀπειλῇς χαλεπώτερα».
[14]. «Ἡ τελευταία συνέντευξη τοῦ μεγάλου βυζαντινολόγου Σέρ Στῆβεν Ράνσιμαν» http://i-m-patron.gr/i-m-patron-old.gr/keimena/runciman.html (ἀπό τό περιοδικό Πεμπτουσία 4 (Δεκ. 2000-Μαρ. 2001) ): «Μερικές φορές – τί νά πῶ - αἰσθάνομαι πολύ ἀπογοητευμένος ἀπό τίς ἄλλες Ἐκκλησίες τῆς Δύσεως. Ὅμως, χαίρομαι μέ τήν σκέψη ὅτι στά ἑπόμενα 100 χρόνια ἡ Ὀρθοδοξία θά εἶναι ἡ μόνη ἱστορική Ἐκκλησία πού θά ὑφίσταται. Ἡ Ἀγγλικανική ἐκκλησία εἶναι σέ πολύ κακά χάλια. Ἡ Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία χάνει συνεχῶς ἔδαφος. Ἀλλά, εὐτυχῶς, ὑπάρχει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Μοῦ κάνει μεγάλη ἐντύπωση ὁ αὐξανόμενος ἀριθμός αὐτῶν πού ἀσπάζονται τήν Ὀρθοδοξία καί μάλιστα στήν Βρετανία. Πιστεύω ὅτι προσφέρει τήν πραγματική πνευματικότητα πού οἱ ἄλλες ἐκκλησίες δέν μποροῦν πλέον νά μεταδώσουν. Ὅλα αὐτά μέ ὁδηγοῦν στό συμπέρασμα ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία θά διατηρηθῆ σέ ἀντίθεση μέ τίς ἄλλες».
[15]. «Στίβεν Ράνσιμαν, Ἱστορικός (1903-2000). Ὁ ἄνθρωπος πού ἄλλαξε τήν ἀντίληψιν τοῦ δυτικοῦ κόσμου διά τό Βυζάντιον», Ὀρθόδοξος Τύπος 1472 (20 Σεπ 2002) 2 (ἀναδημοσίευση ἀπό τό «Βῆμα» τῆς 8.9.2002).
[16]. Steven Runciman, Ἡ Βυζαντινή Θεοκρατία, μτφρ. Ἰωσήφ Ροηλίδης, ἐκδ. Δόμος, Ἀθήνα 2005, σ. 111ἑ.
[17]. Σύντομο ἐπιμνημόσυνο βιογραφικό καί σκιαγραφικό σημείωμα περί τοῦ σπουδαίου αὐτοῦ θεολόγου, βλ. ὡς Π. Ν. Τρεμπέλας (1886-1977). Ἀμυδρά Σκιαγραφία (ἀνάτυπον ἐκ τοῦ βιβλίου «Ἐκλογή Ἑλληνικῆς Ὀρθοδόξου Ὑμνογραφίας»), ἐκδ. «Ὁ Σωτήρ», Ἀθῆναι 19882.
[18]. Βλ. «Ἡ καταδίκη τοῦ μακαριστοῦ Παναγιώτη Τρεμπέλα ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος», Ὀρθόδοξη Μαρτυρία 42 (Χειμώνας 1994) 78-87. Ἡ ἐν λόγῳ ἁγιορειτική κριτική δημοσιεύθηκε περί τά μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ 1970. Οἱ προβληματικές θέσεις τοῦ Καθηγητοῦ κυροῦ Π. Τρεμπέλα εἶχαν περιληφθῆ στό βιβλίο του Μυστικισμός-Ἀποφατισμός-Καταφατική Θεολογία. Εἴκοσι ἔτη ἀργότερα καταδικάσθηκαν ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος καί οἱ ἀπαράδεκτες πατρομαχικές ἀπόψεις τοῦ θεωρουμένου ὡς ἀντι-δυτικοῦ καί ὡς πατερικῶς θεολογοῦντος Καθηγητοῦ τῆς Παντείου κ. Χρήστου Γιανναρᾶ· βλ. «Ἀναίρεσις τῶν πεπλανημένων θέσεων τοῦ κ. Χρήστου Γιανναρᾶ περί τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου», Ὀρθόδοξη Μαρτυρία 40 ( Ἄνοιξη-Καλοκαίρι 1993) 1-10.
[19]. Περί τοῦ θέματος τούτου ἰδέ χαρακτηριστικῶς Ἐγχειρίδιον· ἀλληλογραφία π. Ἰ.Σ. Ρωμανίδου καί καθ. Π.Ν. Τρεμπέλα, ἐπιμ. π. Γ. Μεταλληνοῦ, ἐκδ. Ἁρμός, Ἀθῆναι 2009. Βλ. συγκεκριμένα καί τήν ἄποψη τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου (Εἰσαγωγή, αὐτόθι, σ. 16), ὅτι: «Ὁ Παναγιώτης Τρεμπέλας μεγάλωσε σέ ὅλο αὐτό τό σχολαστικό κλῖμα καί ἔκανε μεγάλο ἀγῶνα καί ἀξιόλογη προσπάθεια, γιά νά μετακινηθῆ πρός τήν πατερική θεολογία. Αὐτό ἦταν ἕνα δύσκολο ἔργο στήν ἐποχή του [...] ἀπετέλεσε μιά δυναμική προσωπικότητα, πού ἔκανε τήν μεγάλη στροφή στήν Ἑλλάδα πρός τούς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας».
[20]. Πρωτοπρ. Καθηγητησ Ιω. Ρωμανιδησ, Δογματική καί Συμβολική Θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμ. Α΄, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 19994, σ. 6ἑ.
[21]. Πρωτοπρ. Καθηγητησ Θ. Ζησησ, «Γένεση καί ἐξέλιξη τῆς πατρομαχικῆς μεταπατερικότητας», Πατερική Θεολογία καί μεταπατερική αἵρεση, ἐκδ. Ἱ.Μ. Πειραιῶς, Πειραιεύς 2012, σ. 266.
[22]. Π.Ν.Τρεμπελασ, Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμ. Β΄, ἔκδ. «Ὁ Σωτήρ», Ἀθῆναι 19792,  σ. 408: «Ἐξηγεῖται δέ πλήρως ἡ τοιαύτη ἰσχύς τῆς λαϊκῆς ἀναγνωρίσεως, ὅταν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι αἱ ἐπί τῆς χριστιανικῆς ἀληθείας ἀποφάνσεις καί διατυπώσεις τῶν ἱερῶν Συνόδων γίνονται, ὡς εἴπομεν, κατά τήν ἔγγραφον καί ἄγραφον ἀποστολικήν παράδοσιν, ἥτις δέν ἀποτελεῖ νεκράν τινα θεωρίαν καί γνῶσιν, ἀλλά ζῶν φρόνημα παντός τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας, μαρτυρούμενον καί ἀποτελούμενον ἐκ τῆς ζώσης πίστεως πάντων τῶν ζώντων μελῶν αὐτῆς. Ὁ ἐν τῇ Ἁγίᾳ Γραφῇ δηλαδή καί γενικῶς τῇ ἀποστολικῇ παραδόσει περιεχόμενος θησαυρός τῆς πίστεως δέον νά εἶναι κτῆμα παντός Χριστιανοῦ καί νά βιῶται ἐν τῇ ζωῇ αὐτοῦ. Ἐντεῦθεν καί αἱ σχετιζόμεναι πρός τόν θησαυρόν τοῦτον ἀποφάνσεις τῶν ἱερῶν συνόδων, γινόμεναι ἐκ διαμφισβητήσεων ὑπό αἱρετικῶν τῆς ζωοπαρόχου ἀληθείας, παρακολουθουμένων μετ’ ἀδιαπτώτου ἐνδιαφέροντος ὑπό τῶν ζώντων μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἀδύνατον νά συναντῶσιν ἀδιαφορίαν εἰς τούς πιστούς, ἐφ’ ὅσον οὗτοι δέν εἶναι νεκροί. Οὕτω παρουσιάζεται ἡ ὑπό τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος κρίσις τῶν συνοδικῶν ἀποφάνσεων αὐθόρμητος, ἔστι δ΄ ὅτε καί ἀσυγκράτητος, ἀλλ’ ἐκδηλοῖ συγχρόνως καί τό καθολικόν τῆς Ἐκκλησίας φρόνημα, ὅπερ οὐδέποτε ἔπαυσε νά μαρτυρῆται καί νά κηρύττεται ὑπ’ αὐτῆς».
[23]. Αρχιμ. Γ. Καψανης, «Ἐπιμνημόσυνος στόν μακαριστό Καθηγητή», Κοινωνία 44, 2 (Ἀπρ.- Ἰουν. 2001) 121.
[24]. Μ. Ορφανοσ, «Ἐπικήδειος στόν Καθηγητή Κωνσταντῖνο Δωρ. Μουρατίδη», Κοινωνία, αὐτόθι, 118ἑ. 
[25]. Κ. Μουρατιδησ, Ἡ οὐσία καί τό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας κατά τήν διδασκαλίαν Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου (διατριβή), ἐν Ἀθήναις 1958, σ. 212· « ... ἡ συμμετοχή τῶν λαϊκῶν εἰς τήν διαμόρφωσιν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου, ὑπό τάς ἐξυπακουομένας προϋποθέσεις, τοῦτο μέν τοῦ σεβασμοῦ τῆς ἁρμοδιότητος καί τῶν δικαιωμάτων τῆς ἱεραρχίας, ἥτις εἶναι ὁ κύριος φορεύς τῶν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ λειτουργημάτων, τοῦτο δέ τοῦ βοηθητικοῦ χαρακτῆρος τῆς συμμετοχῆς τῶν λαϊκῶν [...] Ὁ ἱερός Χρυσόστομος θεωρεῖ τούς λαϊκούς πολυτίμους καί ἀπαραιτήτους συνεργάτας τοῦ κλήρου πρός διάδοσιν τῆς εὐαγγελικῆς ἀληθείας [...] Ἡ παραμέλησις τοῦ καθήκοντος τούτου ἀποτελεῖ βαρύτατον ἁμάρτημα, διό καί ὁ Χρυσόστομος θεωρεῖ τόν παραμελοῦντα τό καθῆκον τῆς διαφωτίσεως τῶν ἄλλων ἀδελφῶν καί δή τῶν ὑπό αἱρετικῶν παραπλανηθέντων, ὡς ἐχθρόν τῆς Ἐκκλησίας».
[26]. Κ. Μουρατιδησ, αὐτόθι, σ. 216·  «Ὁ ἱερός Χρυσόστομος δέν ἐδίδαξε μόνον, ὡς ἀναγκαίαν καί ἐπιβεβλημένην τήν ἐνεργόν συμμετοχήν πάντων τῶν πιστῶν εἰς τήν διαμόρφωσιν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου, ἀλλ’ ὑπῆρξε καί ὁ ὑπέροχος ἡγέτης, ὅστις ἐνέπνευσε τά πλήθη τῶν πιστῶν καί μετέβαλεν αὐτά εἰς πολυτίμους συμπαραστάτας καί ἀγωνιστάς τῆς καλῆς στρατείας. Ὁ Χρυσόστομος δέν διέβλεπεν εἰς τούς λαϊκούς τούς ἀντιπάλους, οἵτινες ἔπρεπε νά κρατηθοῦν μακράν τοῦ ὀργανωτικοῦ μηχανισμοῦ τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλ’ ἀπεζήτει δι΄ ὑπερανθρώπων προσπαθειῶν νά ἐπιτύχῃ τήν ἐνεργόν εἰς αὐτόν συμμετοχήν των».
[27]. Κ. Μουρατιδησ, αὐτόθι, σ. 219· «Ἐκ τῆς σπουδαιότητος τῆς ὡς ἄνω περικοπῆς ἐμφαίνεται σαφέστατα, ὅτι οἱ λαϊκοί κέκληνται οὐ μόνον νά μεριμνῶσι περί τῶν τῆς Ἐκκλησίας πραγμάτων, ἀλλά καί νά συμβάλλωσιν εἰς τήν συμφώνως τοῖς κανόσι διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι δέ χαρακτηριστικόν, ὅτι εἰς κρισίμους διά τόν βίον τῆς Ἐκκλησίας στιγμάς, ὅτε ἀνάξιοι κληρικοί ἀνέτρεπον τούς νόμους τῆς Ἐκκλησίας, οὕς ἀκριβῶς ἐκλήθησαν νά προστατεύσουν καί ἐφαρμόσουν, οἱ λαϊκοί ὑπῆρξαν ἐκεῖνοι, οἵτινες διέσωσαν τό κινδυνεῦον σκάφος τῆς Ἐκκλησίας. Τό λαμπρόν παράδειγμα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐπί Χρυσοστόμου ἀποτελεῖ ἀσφαλῶς μίαν τῶν πλέον χαρακτηριστικῶν σχετικῶν περιπτώσεων τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας. Δέν εἶναι δέ συνεπῶς παράδοξον τό γεγονός, καθ΄ ὅ ὁ μέγας Χρυσόστομος ἀπευθυνόμενος εἰς τό ὑπέροχον ποίμνιόν του διεκήρυσσεν, ὅτι “χωρίς ὑμῶν οὐδέν ἐργάσομαι”»
[28]. Βλ. σχετικῶς τό ἄρθρο: «Βλάσιος Φειδάς» https://www.wikipedia.gr/wiki/Βλάσιος_Φειδάς
[29]. Βλ. τό ἄρθρο Δ. Αναγνωστησ, «Ὁ κ. Βλ. Φειδᾶς ὁμολογεῖ καί ἀποκαλύπτει περί τῆς συνάξεως τοῦ Κολυμπαρίου (Κρήτης)», http://aktines.blogspot.gr/2016/12/blog-post_999.html (ἀπό τόν Ὀρθόδοξο Τύπο 2146 (30 Δεκ 2016) 1.4.
[30]. Βλ. Φειδασ, Βυζάντιο (Βίος-Θεσμοί-Κοινωνία-Ἐκκλησία-Παιδεία-Τέχνη), Ἀθῆναι 1990, σ. 154. 
[31]. Αὐτόθι, σ. 317.
[32]. Τήν ὁποία ὁ Καθηγητής Φειδᾶς ὀνομάζει «λογική τῶν συμβιβασμῶν ἤ τῶν καιρικῶν σκοπιμοτήτων τῆς πολιτικῆς ἡγεσίας ἤ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας» (αὐτόθι, σ. 317).

[33]. Βενεδικτοσ Εγγλεζακησ (Ἀρχιμανδρίτης Παῦλος), «Ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου ἀπό τό 1878 μέχρι τό 1955», στό Εἴκοσι μελέται διά τήν Ἐκκλησίαν Κύπρου (4ος ἕως 20ός αἰών), ἐκδ. Ἵδρυμα Α.Γ. Λεβέντη – ΜΙΕΤ, Ἀθῆναι 1996, σσ. 616.617.

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)