Πέμπτη, 18 Μαΐου 2017

Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΩΣ ΠΑΝΑΙΡΕΣΗ

Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεολογική Σχολή - Τμήμα Θεολογίας
Γεώργιος Η. Μπόρας, Μεταπτυχιακή Εργασία
ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ, Α.Μ.: 1619
Σύμβουλος Καθηγητής: Δ. Τσελεγγίδης

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ-ΠΤΥΧΕΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ




ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ-ΠΤΥΧΕΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
   Θα προχωρήσουμε στο μέτρο του δυνατού, σε μια προσπάθεια αποσαφήνισης ορισμένων πτυχών της εργασίας μας. Προς τούτο και για να γίνει κατανοητή η συνάφεια μεταξύ της Θεολογίας του Προσώπου και του Οικουμενισμού, αρχικά μελετούμε το ζήτημα του ορισμού της αίρεσης του Οικουμενισμού ως παναίρεσης. Στη συνέχεια αναδεικνύουμε το πώς η Ευχαριστιακή Εκκλησιολογία συγκεφαλαιώνει τις βασικές θέσεις της Θεολογίας του Προσώπου και άρα πως η Θεολογία του Προσώπου τροφοδοτεί την αίρεση. Έπειτα μελετούμε το πώς οι θέσεις, της Θεολογίας του Προσώπου, περί ετερότητας και του σχεσιακού συστήματος που εισάγει, είναι οι θέσεις της σύγχρονης Πολιτικής Ορθότητας. Η οποία Πολιτική Ορθότητα ή Πολιτιστικός Μαρξισμός, όπως είδαμε εν τάχει στην εργασία, είναι η ωρίμανση του μαρξισμού. Οφείλουμε να δούμε όμως ποια είναι η μήτρα που γέννησε το μαρξισμό και ενδεχομένως να εξετάσουμε την αιτία της εμφανέστατης ταυτότητας των λέξεων, νοημάτων και εν κατακλείδι στόχευσης: ενός μεσσιανικού χιλιασμού[1]. Αρχίζει να διαφαίνεται ότι ο Οικουμενισμός έχει μια βαθειά πολιτική-υλιστική δομή. Είναι ταυτόχρονα και πολιτικό φαινόμενο με πολιτιστικό πρόσχημα.
Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΩΣ ΠΑΝΑΙΡΕΣΗ
   Το πρώτο και κύριο ερώτημα που μας απασχολεί τίθεται πολύ απλά ως εξής: Τι ακριβώς είναι ο Οικουμενισμός; Είναι τα συλλείτουργα και οι συμπροσευχές το κυρίαρχο χαρακτηριστικό του Οικουμενισμού; Είναι η θέση των οικουμενιστών περί διαιρημένης-διασπασμένης Εκκλησίας; Ο Άρειος  δίδασκε την κτιστότητα του Κυρίου, ο Νεστόριος δίδασκε ότι ο Χριστός υπάρχει ως δύο πρόσωπα και ανακάλυπτε μια ένωση ηθική, ο Ευτύχης δίδασκε ότι ο Χριστός μετέχει μόνο μίας φύσεως. Ο Οικουμενισμός τι ακριβώς διδάσκει; Ποιες είναι ακριβώς οι κακοδοξίες του Οικουμενισμού; Με ποιες ακυρώνει την σωτηρίας μας; Είναι σαφές ότι τα συλλείτουργα και οι συμπροσευχές δεν αποτελούν το περιεχόμενο της αιρέσεως. Είναι παρενέργειες της αίρεσης. Κάποια από τα αποτελέσματά της. Οι Πατέρες όταν αντιμετώπιζαν την αίρεση δεν επικαλούταν παραβίαση Κανόνων, αλλά εισχωρούσαν στην καρδιά της αίρεσης και την αποδομούσαν ώστε να διασώσουν την ορθή πίστη, να καταλάβει ο λαός του Θεού τι ακριβώς είναι αυτό που λειτουργεί ως εμπόδιο στην σωτήρια τους.
   Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι ο Οικουμενισμός είναι μια σύνθεση όλων των αιρέσεων και άρα ως τέτοια μπορούμε να την εκλάβουμε ως παναίρεση. Στον παραπάνω ισχυρισμό τίθεται το ερώτημα: πως εννοείται η σύνθεση; Είναι παναίρεση ως σύνοψη των αιρέσεων —πράγμα όχι εμφανές, μιας και δεν αποδίδει τις αρχαίες αιρέσεις με τα ονόματά τους και τα περιεχόμενα τους, δηλαδή π.χ. δεν μιλάει για μονοφυσιτισμό καθ’ εαυτού. Έπειτα θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας αυτό που η εκκλησιαστική ιστορία διδάσκει: ότι το κακό εξελίσσεται και άρα η πηγή του κακού υιοθέτει συνεχώς νέα σχήματα για να υπερφαλαγγίσει την πίστη. Άρα η αίρεση οικοδομεί πάνω στα προηγούμενα για να μπορέσει να εκλεπτυνθεί τόσο ώστε ακόμη και οι εκλεκτοί να παραπλανηθούν. Ή είναι παναίρεση, ως νέα αίρεση η οποία όμως υπέρκειται όλων των παλαιοτέρων —ενδεχομένως να προσλαμβάνει όλες τις παλαιότερες— της οποίας όμως η διατύπωση είναι ασαφής ή δεν είμαστε σε θέση ακόμη να την αποκρυπτογραφήσουμε;
    Πιστεύουμε ότι υφίσταται μια συνδυαστική εκδοχή και ότι η παναίρεση, όπως την χαρακτηρίζει και ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, υφίσταται ως νέα αίρεση η οποία προσλαμβάνει μέρος των παλαιοτέρων διατυπώσεων, ενώ θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ταυτόχρονα και ως η τελειότερη έκφραση

αυτής ακριβώς της εξέλιξης. Ως νέα αίρεση στρέφεται προς τα οπίσω και χειραγωγεί το σύνολο των αιρέσεων ενώ βλέπει μόνο μπροστά. Το μπροστά της αιρέσεως είναι η εσχατολογία ή αλλιώς η αναμονή της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου με τον τρόπο του ανθρώπου της πτώσεως[2]. Η Βασιλεία εκλαμβάνεται ως αποκατάσταση. Ή διαφορετικά η Βασιλεία εκλαμβάνεται ως Βασιλεία του Κυρίου αλλά με τον τρόπο που επιθυμεί ο άνθρωπος. Πρόκειται στην ουσία για μια εκκαθάριση, με το όπλο της αγαπολογίας, όλων αυτών οι οποίοι δεν αντέχουν να πιστέψουν ότι ο άνθρωπος γίνεται Θεός από μόνος του και επιμένουν να θέλουν να είναι χαρισματικά αδέρφια του Κυρίου. Που επιμένουν να επιστρέφουν στην μετάνοια και να ελπίζουν αυτά που δεν βλέπουν. Το όραμα της παγκόσμιας ειρήνης λόγου χάρη, είναι μόνιμη επωδός της αιρέσεως. Γίνεται φανερό ότι ένας χιλιασμός κρύβεται στα βάθη της αιρέσεως. Οι πειρασμοί του Κυρίου προφανώς έχουν υιοθετηθεί από τους φορείς της αιρέσεως. Διότι αν η ουσία της πίστεως είναι η εσχατολογική αποκατάσταση τότε σαφέστατα οι Άγιοι έχουν καταταγεί, ήδη, σε άλλη Βασιλεία.
  Η αίρεση είναι δυσδιάκριτη, έχει ισοπεδωτικό χαρακτήρα ως προς τα δόγματα, υιοθετεί κίβδηλους τρόπους που την καθιστούν περίπου χριστιανική διδασκαλία (π.χ. επίκληση της αγάπης), έχει βαθειά εξουσιαστικό χαρακτήρα. Δεν προσβάλλει μία συγκεκριμένη αλήθεια, αλλά το σύνολο της ορθόδοξης πίστης, χωρίς όμως φαινομενικά να την αμφισβητεί. Η αναγωγή της αλήθειας σε ψέμα και του ψέματος σε αλήθεια, η αναστροφή των εννοιών των πραγμάτων, η ηθελημένη αμφισημία, η διγλωσσία, η τεχνητή ασάφεια λόγων και κειμένων είναι τακτικές των οπαδών της αιρέσεως. Επιδίδεται σε μια ακατάσχετη, άκρως υποκριτική και μακράν της χαρισματικής αγάπης του Κυρίου, αγαπολογία, ενώ συνέδρια «στήνονται» με μοναδικό σκοπό να επικοινωνήσουν αυτού του είδους τις απαράδεκτες υπερβολές.
   Αξίζει να σημειώσουμε ότι τις ίδιες ακριβώς μεθοδολογίες που δημιουργούν σύγχυση και πλάνη μετέρχεται και η Πολιτική Ορθότητα. Η κοινή αποστολική  παράδοση και διαδοχή, η θεωρία των αδερφών εκκλησιών, η βαπτισματική θεολογία είναι τα νέα δόγματα. Ο Οικουμενισμός ως προς τούτο διαπνέεται από 1) δογματικό μινιμαλισμό, 2) την αρχή της περιεκτικότητας και 3) της θεωρίας των κλάδων. Χαρακτηρίζεται, από την καταπάτηση, κατά περίπτωση, των Ιερών Κανόνων από την ιεραρχία και την υιοθέτηση μιας απύλωτης πνευματοκρατίας[3]. Και συγκεκριμένα αποδέχεται μια νέα οικονομία. Την Οικονομία του Αγίου Πνεύματος[4], η οποία πιστεύουμε ότι είναι και η κινητήριος δύναμη και η ψυχή της αιρέσεως αντικαθιστώντας τον Κύριο. Επ’ αυτού νομίζουμε, όπως έχουμε σημειώσει, θα πρέπει να ερευνηθεί το ποιόν της αιρέσεως. Η Ευχαριστιακή Εκκλησιολογία συγκεφαλαιώνει όλα τα παραπάνω παραδίδοντας μια νέα εκκλησία.
    Οφείλουμε να δούμε τι καινούργιο μας φέρνει η αίρεση και να μην επαναπαυτούμε στον ορισμό που δόθηκε από τον Άγιο Ιουστίνο, διότι σε αυτή την περίπτωση θα αρχίσει, ο ορισμός του Αγίου Ιουστίνου, να λειτουργεί ως ανάχωμα στην ερευνά για τον Οικουμενισμό. Και αυτό ενδέχεται να συμβεί —και συμβαίνει—διότι θεωρούμε ότι ο ορισμός καλύπτει πλήρως αυτό το οποίο ορίζουμε ως αίρεση και ως εκ τούτου δεν προσπαθούμε να αποδομήσουμε την αίρεση, πράγμα που όπως είπαμε είναι η πατερική μέθοδος.
    Έχουμε σημειώσει ότι ο Οικουμενισμός θέτει το ζήτημα της ένωσης των «Εκκλησιών» —αποδεχόμενος πληθυντικό Εκκλησιών— και επί αυτού του ζητήματος οικοδομεί μέρος από την δράση του. Σημειώσαμε επίσης ότι συγχέει την ένωση των «Εκκλησιών» με το ζήτημα της ενότητας της Εκκλησίας. Στην ουσία ανάγει το ζήτημα της ένωσης των «Εκκλησιών» και σε ζήτημα ενότητας της Εκκλησίας. Για τον Οικουμενισμό δεν νοείται ενότητα στην Εκκλησία από την στιγμή που δεν είναι όλες οι «Εκκλησίες» ενωμένες. Ο δε Πάπας ορίζει τις βασικές αρχές αυτής της «ενώσεως»: «Η ένωσις θα είναι ένωσις καρδιών. Ένωσις προσευχής. Ένωσις–καρπός αναζητήσεως του ενός υπό του άλλου[5]». Φυσικά αυτό δεν συμβαίνει διότι απλά η Εκκλησία του Κυρίου είναι Εκκλησία ενότητας ως σώμα του Κυρίου. Είναι «φύσει» η ενότητα στην Εκκλησία, ως σώμα Κυρίου, ενώ στην θεώρησή της ως ίδρυμα, οργανισμός ή οτιδήποτε άλλο ανθρωπογενές, η ενότητα είναι συμβεβηκός και όχι «φύσει».  Το ορθόδοξο δόγμα περί Εκκλησίας ως σώματος του Χριστού είναι η βάση και η προϋπόθεση της σωτηρίας. Η Εκκλησία αποτελείται μόνον από τους ενωμένους με τον Κύριο. Δεν ουσιώνουν οι ενέργειες πλέον αλλά είναι η Υπόσταση του Κυρίου[6]. Είναι ενυπόστατες[7]. Δεν τις προσλαμβάνουμε, μάς προσλαμβάνουν. Είναι η Χάρις τού Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Άλλο πράγμα οι κοινές άκτιστες ενέργειες της δημιουργίας, συντήρησης, πρόνοιας και άλλο πράγμα η άκτιστη ενέργεια της υιοθεσίας. Η δεύτερη προέρχεται από την κοινή θεία ουσία, χορηγείται όμως στον άνθρωπο από τον Χριστό[8]. Αυτή η θεία ενέργεια δεν ταυτίζεται με την υπόσταση του Αγίου Πνεύματος, αυτό διδάσκουν οι Παπικοί. Η ανακαίνιση της ανθρώπινης φύσεως είναι κοινή βουλή της Αγίας Τριάδος, αλλά ενεργείται μόνο από τον Κύριο. Όπως λέει ο Άγιος Νικόλας ο Καβάσιλας, ο αυτουργός της οικονομίας είναι μόνο ο Λόγος, άλλωστε ο Λόγος είναι αυτός που σαρκώθηκε, σταυρώθηκε και αναστήθηκε. Η Οικονομία ενεργείται από τον Λόγο, όχι από το Άγιο Πνεύμα. Ενσαρκωθείς από την Θεοτόκο, μας καθιστά κοινωνούς της ζωοποιού ενεργείας της ζωαρχικής Τριάδος. Γι’ αυτό και ο Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας τονίζει ότι «σημαίνεται η Εκκλησία εν τοίς μυστηρίοις»[9]. Αφορά τους συμμετέχοντες στα μυστήρια και όχι γενικά στη σύναξη. Έτσι σε κάθε Θεία Λειτουργία οι «ειρηνεύοντες μετ’ αλλήλων εν αγάπη πιστοί» επικαλούνται τον Θεό, «ίνα διά των τιμίων δώρων μορφώση εν αυτοίς τον Χριστόν δι’ Αγίου Πνεύματος». Η Εκκλησία συνεχώς προσεύχεται ίνα «η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος είη μετά πάντων ημών».
   Αφού λοιπόν σημαίνεται η Εκκλησία «εν τοίς μυστηρίοις», ποια θέση μπορεί να έχει το παπικό δόγμα περί εκκλησιαστικής οργάνωσης; Δόγμα περί παγκοσμίου οργάνωσης με αρχή τον Πάπα, του οποίου δόγματος η δικαιοδοσία εκτείνεται πέραν του σώματος του Χριστού. Ποιο σκοπό μπορεί να εξυπηρετήσει η έκκληση για ορατή ενότητα υπό το πρωτείο ενός; Είναι η άσκηση εξουσίας επί του Σώματος του Κυρίου. Είναι βασική έκφραση του Οικουμενισμού η οποία για τον παπικό κληρικαλισμό είναι αυτό το οποίο εννοεί ως εκκλησία. Άποψη η οποία συνεπικουρείται και από το Filioque μιας και ο Πάπας είναι «υποχρεωμένος» να διακονεί μια εκκλησία χωρίς τον Κύριο και με το Άγιο Πνεύμα περίπου ως εργαλείο διανομής χάριτος στα χέρια του Πάπα.
   Έτσι αυτό που έχει ήδη πετύχει ο παπισμός, ο Οικουμενισμός το υιοθετεί και το εξελίσσει. Βασικός στόχος του Οικουμενισμού είναι ο εξοστρακισμός του Κυρίου από την Εκκλησία, μιας και η παρουσία του Κυρίου τον ακυρώνει συνολικά.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Ο Δημήτρης Κεχρής σε άρθρο του, στο «Ιδέες + Φιλοσοφία», 09/01/2015, με τίτλο: «Το μεσσιανικό βασίλειο και η προλεταριακή επανάσταση. Σημειώσεις σχετικά με την υλιστική-θεολογική αντίληψη του Walter Benjamin για την ιστορία», σημειώνει ότι: «η επίκληση στη θεολογία δεν αφορά σε κάποιο μεταφυσικό υπερπέραν, ούτε αξιώνει κάποια θεοκρατικού χαρακτήρα παρέμβαση στα εγκόσμια. Πρόκειται για μια εκκοσμικευμένη θεολογία, η οποία δεν περιμένει την έλευση του Μεσσία από τον ουρανό, αλλά θεωρεί ως εν δυνάμει Μεσσία την ίδια την εργατική τάξη που, μέσα από τη συλλογική και συνειδητή πολιτική δράση, δύναται να νικήσει τον Αντίχριστο (τους εκάστοτε κυρίαρχους και εν προκειμένω το Γ’ Ράιχ) και να οδηγηθεί στην καταγωγική κατάσταση της θείας αρμονίας, στον Παράδεισο, το πολιτικό ισοδύναμο του οποίου αφορά στην αταξική κοινωνία».
[2] « ξαφάνισιν κ τς φραγκολατινικς παραδόσεως τς θεωτικς προϋποθέσεως», γράφει ο Ρωμανίδης, «χει ς ατία την πό το Αγουστίνου καί τν Φραγκολατίνων καταβίβασις τς βασιλείας το Θεο ες κτίσμα καί ταύτισις ατς μετά τς κκλησίας το λαο το Θεο. … Βασικόν λάθος τν Δυτικν τούτων εναι τι ταυτίζουν τήν βασιλείαν το Θεο με ποκατάστασιν τινα το λαο το Θεο. Δηλαδή δέν διακρίνουν μεταξύ τς ποκαταστάσεως καί τς θείας δυνάμεως, τις νεργεί την ποκατάστασιν. Ες τήν Παλαιάν Διαθήκην π.χ. τα στορικά σωστικά γεγονότα ν τ στορί το σραήλ διακρίνονται σαφς πό την κτιστον δόξαν το Θεο, δι' ς Θεός καταστρέφει τούς χθρούς Του καί σώζει τόν  λαόν Του. Οτω και βασιλεία το Θεο, τις ταυτίζεται μέ τήν δόξαν Ατο, εναι δύναμις κτιστος το Θεο, δι' ς Θεός σώζει καί θεο καί δοξάζει, λλά δέν εναι κτιστή κατάστασις ποκαταστάσεως. Διά τοτο ες τήν Καινήν Διαθήκην λευσις τς βασιλείας δέν ταυτίζεται με λευσιν καταστάσεως ποκαταστάσεως, λλά δηλο τήν φανέρωσιν τς αωνίας παρχούσης δυνάμεως καί χάριτος το Θεο καί τήν πό τν νθρώπων μέθεξιν τς χάριτος ταύτης.», Ρωμανίδης, 2009, σ. 183-184
[3] Βλ. υποσημείωση 156.
[4] Βλ. υποσημείωση 74, καθώς και υποσημείωση 75. Επ’ αυτού η μελέτη κατά την άποψη μας πρέπει να εστιαστεί στους Ρώσους θεολόγους στην Δυτική Ευρώπη.
[5] Μακρή, 2009, σ. 95.
[6] «Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, η θεία Χάρη δεν αποτελεί ουσία ούτε και υπάρχει «εν ιδία υποστάσει». Δεν είναι δηλαδή αυθυπόσταστη, αλλά ενυπόστατη. Και λέμε ότι είναι ενυπόστατη, επειδή θεωρείται στην υπόσταση άλλου.Προέρχεται από την άκτιστη θεία ουσία και παραμένει αδιάσπαστα ενωμένη με αυτήν, ως φυσική ενέργειά της. Ενυπόστατη όμως παραμένει η θεία Χάρη και στα κτίσματα, που μετέχουν σ’ αυτήν, με την έννοια ότι και στα κτίσματα, δεν υπάρχει ως «συμβεβηκός», αλλά ενυπάρχει σ’ αυτά φυσικώς. Αυτό σημαίνει ότι η θεία Χάρη, ενώ δεν αποτελεί ποτέ φυσικό ιδίωμα των κτισμάτων, βρίσκεται σ’ αυτά όχι με μια εξωτερική σχέση αλλά με μια χαρισματικώς φυσική σχέση. Εδώ παρατηρούμε, ότι ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς μεταφέρει με πολλή επιτυχία την έννοια του ενυπόστατου από τη Χριστολογία –όπου καθιερώθηκε από τον Λεόντιο τον Βυζάντιο– στην θεολογία και ακόμη ειδικότερα στην θεολογία της θείας Χάριτος. Ο θεολόγος της Χάριτος ορίζει τελικώς την θεία Χάρη ως την ενέργεια εκείνη του Θεού, που κατέρχεται φιλάνθρωπα για την σωτηρία, όσων αξιώνονται την ενότητα με τον Χριστό».http://www.impantokratoros.gr/84AB489D.el.aspx.
[7] Θα θέλαμε να σημειώσουμε ότι οι ενέργειες καθ΄εαυτές είναι ανυπόστατες, μιας και προέρχονται από την άκτιστη θεία ουσία, διακρίνονται από αυτήν και παραμένουν ενωμένες με αυτήν. Είναι της ουσίας και όχι της υποστάσεως. Αλλά λέμε ότι είναι ενυπόστατες, επειδή φανερώνονται και θεωρούνται στις θείες υποστάσεις. Αυτές τις φέρουν και σε αυτές τις θεωρούμε.
[8] «Τι γίνεται όμως, όταν η μία και η αυτή θεία Χάρη ενεργεί την σωτηρία και θέωση του πιστού; Δεν «απολειτουργικοποιεί» σωτηριολογικώς τα θεία πρόσωπα η θεία Χάρη ως ενέργεια του όλου Τριαδικού Θεού; Όχι, δεν τα «απολειτουργικοποιεί», όπως, άλλωστε, δεν τα «απολειτουργικοποιούν» και οι άλλες άκτιστες ενέργειες του Τριαδικού Θεού. Και δεν τα  «απολειτουργικοποιεί», επειδή καθένα από τα θεία πρόσωπα επιτελεί ιδιάζον έργο. Στην προκειμένη περίπτωση η παροχή της θείας Χάριτος για την σωτηρία και θέωση του ανθρώπου αποτελεί κατεξοχήν έργο του Θεανθρώπου. Γι’ αυτό, τόσο η Καινή Διαθήκη όσο και η λειτουργική πράξη της Εκκλησίας κάνουν λόγο για την Χάρη του Χριστού. «Η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού Πατρός και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος είη μετά πάντων υμών», σημειώνεται στην Αναφορά της θείας Λειτουργίας. Η θεία Χάρη χορηγείται και φανερώνεται στην κτίση και τον άνθρωπο με τον Χριστό και ειδικότερα με το σωτηριώδες έργο του Χριστού». http://www.impantokratoros.gr/84AB489D.el.aspx
[9] Βλέπε και σ. 40-41 της παρούσης εργασίας.
Το βρήκαμε εδώ

οπου μπορειτε να διαβασετε ολοκληρη τη μελέτη

Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

Προτάσεις πρὸς τὸν Πατριάρχη Βαρθολομαῖο καὶ πρὸς ὅλους τοὺς οἰκουμενιστὲς αὐλικούς του

Τοῦ Ἀδαμάντιου Τσακίρογλου 

 
Τὸ εἴδαμε καὶ αὐτό: Ἕνας Ὀρθόδοξος Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης νὰ καταδικάζει, μὲ τὸν χειρότερο καὶ κάθε ἄλλο ἀπὸ χριστιανικὸ τρόπο, ἀγγλιστὶ καὶ ἐπαινούμενος ἀπὸ τὶς κάθε εἴδους αἱρέσεις τοῦ Π.Σ.Ε. ὀρθόδοξους πιστούς ὡς φανατικοὺς καὶ φονταμενταλιστές, μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ ἀκολουθοῦν τὶς παρακαταθῆκες τῶν Ἁγίων Πατέρων, τοὺς ὁποίους αὐτὸς καὶ οἱ μισθωτοί, οἱ ὀφφίκια καὶ ἀξιώματα ζητοῦντες αὐλικοί του περιφρόνησαν. Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο προτείνουμε καὶ ἐμεῖς στὸν Πατριάρχη καὶ σὲ ὅλους αὐτοὺς τοὺς νεοφιλελεύθερους, νεοταξικούς, νεοαπόστολους «γεμάτους νέα ἀγάπη νεοχριστιανούς», ἐὰν πράγματι ἡ γραμμὴ αὐτὴ τοῦ Πατριάρχη εἶναι καὶ ἡ δική τους ἐπιλογὴ καὶ τελικὴ ἀπόφαση, τὶς ἀκόλουθες προτάσεις:
Νὰ ἀνακηρύξουν ἀγγλιστὶ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο, τὸν Ἅγιο Ἀμβρόσιο Μεδιολάνων καὶ τόσους ἄλλους Ἁγίους ποὺ κήρυξαν ἐναντίον τῶν Ἰουδαίων, φανατικοὺς καὶ φονταμενταλιστές.
Νὰ ἀνακηρύξουν ἀγγλιστὶ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ καὶ τοὺς Ἁγίους Νεομάρτυρες ποὺ κατεδίκασαν τὸν Μωαμεθανισμό, φανατικοὺς καὶ φονταμενταλιστές.
Νὰ ἀνακηρύξουν ἀγγλιστὶ τὸν Ἅγιο Ἀρσένιο τὸν Καππαδόκη, ποὺ ἀπαγόρευε στὸ ποίμνιο του νὰ συνομιλοῦν καὶ νὰ βάζουν στὸ σπίτι τους Προτεστάντες κήρυκες, φανατικὸ καὶ φονταμενταλιστή.
Νὰ ἀνακηρύξουν ἀγγλιστὶ τὸν Ἅγιο Ἰουστῖνο Πόποβιτς, ποὺ ἀνακήρυξε τὸν Οἰκουμενισμὸ ὡς παναίρεση, φανατικὸ καὶ φονταμενταλιστή.


Νὰ ἀνακηρύξουν ἀγγλιστὶ τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο τὸν Πάριο, ποὺ κήρυττε ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα νὰ ἀποφεύγουν οἱ Ρωμιοὶ τὴν ἐπιρροὴ τοῦ δυτικοῦ, διαφωτιστικοῦ καὶ ἀθέου πνεύματος, φανατικὸ καὶ φονταμενταλιστή.
Νὰ ἀνακηρύξουν ἀγγλιστὶ τὸν Ἅγιο Κοσμὰ τὸν Αἰτωλό, ποὺ προέτρεπε τοὺς ξεβράκωτους, κατὰ τὸν Πατριάρχη, ρωμιούς, νὰ καταρασθοῦν τὸν Πάπα, φανατικὸ καὶ φονταμενταλιστή.
Νὰ ἀνακηρύξουν ἀγγλιστὶ τὸν Ἅγιο νεομάρτυρα Πέτρο τὸν Ἀλεούτιο, τὸν ὁποῖο βασάνισαν καὶ κατακρεούργησαν παπικοὶ Ἰησουΐτες, ἐπειδὴ δὲν ἀρνοῦνταν τὴν Ὀρθοδοξία, φανατικὸ καὶ φονταμενταλιστή.
Νὰ ἀνακηρύξουν ἀγγλιστὶ τοὺς Ἁγίους Ἁγιορεῖτες Μάρτυρες ποὺ ἀντιστάθηκαν στὸν ἑνωτικὸ πατριάρχη Ἰωάννη Βέκκο, φανατικοὺς καὶ φονταμενταλιστές.
Νὰ ἀνακηρύξουν ὅλους, ὅσους ἀρνήθηκαν τὴν κακοδοξία καὶ αἵρεση τοῦ Παπισμοῦ, Προτεσταντισμοῦ σὲ ὅλες του τὶς παραλλαγές, Μονοφυσιτισμοῦ, Ἰουδαϊσμοῦ, Μωαμεθανισμοῦ, Βουδισμοῦ κλπ. καὶ βαπτίσθηκαν Ὀρθόδοξοι, γιατὶ γνώρισαν τὴν Μία καὶ μοναδικὴ ἀλήθεια, φανατικοὺς καὶ φονταμενταλιστές.
Νὰ ἀνακηρύξουν ἀγγλιστὶ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, ποὺ ἀναθεμάτισε ὅλους, ὅσους δὲν κρατοῦν τὶς παρακαταθῆκες ποὺ τοὺς παραδόθηκαν, φανατικὸ καὶ φονταμενταλιστή.
Νὰ ἀνακηρύξουν ἐν τέλει, ὁλόκληρη τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ ὁποία παρουσιάζει τὸν ἑαυτό Της ὡς τὴν Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, ἐκτὸς τῆς ὁποίας δὲν ὑπάρχει ἡ Ἀλήθεια καὶ ἡ ζωὴ ἐν Χριστῷ, Ἐκκλησία φανατικῶν καὶ φονταμενταλιστῶν.
Τέλος, ἀφοῦ κάνουν ὅλα αὐτὰ καὶ ἀνακηρύξουν τὴν νέα «Ἐκκλησία» τους τῶν κοστουμιῶν ἀντὶ τῶν ράσων, τῶν συμπροσευχῶν, τῶν δεξιώσεων, τῶν ἐκδηλώσεων, τῶν συναυλιῶν, τῶν τελετῶν ἐντυπωσιασμοῦ, τῶν οἰκολογικῶν δραστηριοτήτων, τῶν ἐπικοινωνιακῶν ἐντυπώσεων εἰς βάρος τῶν ἀδυνάτων καὶ τῶν διωγμένων, τῶν πολιτικῶν σχέσεων, τῆς διπλωματίας, τῆς διπροσωπείας, τῆς διγλωσσίας, τῶν πολλῶν ὁδῶν σωτηρίας, τῆς κακοδοξίας καὶ τῆς παναιρέσεως, νὰ ἀφήσουν ἐμᾶς τοὺς «φανατικοὺς φονταμενταλιστές» νὰ ἀγωνιστοῦμε περαιτέρω γιὰ τὴν σωτηρία μας καὶ τὴν σωτηρία τῶν συνανθρώπων μας, ὅπως μᾶς τὸ παρέδωσε ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς καὶ οἱ Ἅγιοί Του.

Χριστὸς ἀνέστη!
το βρήκαμε εδώ

Δευτέρα, 3 Απριλίου 2017

Τότε και τώρα: Η αίρεση της εικονομαχίας και η παναίρεση του οικουμενισμού.

Αποτέλεσμα εικόνας για εικονομαχια


Φώτιος Μιχαήλ, ιατρός
Η αίρεση της εικονομαχίας, ως γνωστόν, ταλάνισετην αυτοκρατορία επί 120 ολόκληρα χρόνια! Αιρετικοί αυτοκράτορες και πατριάρχες διαδέχονταν ο ένας τον άλλον, τρομοκρατώντας το Ορθόδοξο ποίμνιο με φυλακίσεις, με ξυλοδαρμούς, με εξορίες, με αφορισμούς και καθαιρέσεις.
Το τίμημα της αντίστασης στις απαιτήσεις των αιρετικών εικονομάχων το πλήρωσε ολόκληρος ο λαός, αλλά τις πιο σφοδρές και απάνθρωπες διώξεις δέχθηκαν οι μοναχοί, οι παπάδες και οι Ορθόδοξοι επίσκοποι και πατριάρχες.
Ο Λέων ο Αρμένιος υπήρξεν ένας από τους πλέον σκληρούς και ανάλγητους εικονομάχους αυτοκράτορες. Η μανία του εναντίον των ιερών εικόνων και κατά συνέπεια εναντίον των πιστών Ορθοδόξων Χριστιανών περιγράφεται στις πηγές με τα μελανότερα χρώματα.

Στα 815 απομακρύνει διά της βίας από τον πατριαρχικό θρόνο τον Ορθόδοξο πατριάρχη Νικηφόρο και στην θέση του τοποθετεί τον εικονομάχο Θεόδοτο.
Διατάζει όλους τους επισκόπους και τους ηγουμένους των μοναστηριών να κατεβάσουν τα εικονίσματα από τους ναούς και να πάψουν να μιλάνε στον λαό για το θέμα των εικόνων.
Οι επίσκοποι, που δεν συμμορφώνονται με τις αιρετικές του αποφάσεις, καθαιρούνται και όλοι εκείνοι οι μοναχοί, που αντιστέκονται στις αιρετικές του υποδείξεις, οδηγούνται στην εξορία.
Ειδικός απεσταλμένος μεταφέρει την βλάσφημη διαταγή του αυτοκράτορα και στον Όσιο Θεόδωρο τον Στουδίτη. Ο αγιασμένος εκείνος ηγούμενος ακούει ατρόμητος τον έπαρχο και με θάρρος αποκρίνεται στις απαιτήσεις του εικονομάχου αυτοκράτορα και του αιρετικού πατριάρχη με τα παρακάτω λόγια:
‘’... ὑμῶν ἤ τοῦ Θεοῦ ἀκούειν’’;Τί συμφέρει στην αθάνατη ψυχή μου; Να πω ναι στις διαταγές τις δικές σας ή να υπακούσω στο θέλημα του Θεού;
‘’Αἱροίμεθα γάρ, ἴστε, τάς γλώσσας πρότερον ἐκτμηθήσεσθαι, ἤ πίστει τῇ καθ’ ἡμᾶς μή ὡςἔχει συνηγορεῖν...’’. Θέλουμε να ξέρετε, ότι προτιμάμε πρώτα να κοπούν οι γλώσσες μας, παρά να μην υπερασπίσουμε την Ορθόδοξη Πίστη μας.
‘’Ποῦ γάρ εὔλογον ὑμᾶς μέν τά χείρω σπεύδειν κρατύνειν, ἑαυτούς δέ σιωπῇ καθῆσθαι ἐπί τοῖς πολλῷ κρείττοσιν’’;Πού ακούστηκε, ενώ εσείς, που πασχίζετε για το κακό,να κάνετε το παν, εμείς, που κατέχουμε τα αληθινά και τα ανώτερα, να κλείνουμε τα στόματά μας και να μην μιλάμε; Ποιά λογική, μπροστά σε μια αιρετική απαίτηση, μπορεί να πείσει έναν Ορθόδοξο Πιστό να σιωπήσει;
Τότε, η αίρεση της εικονομαχίας. Τώρα, η παναίρεση του οικουμενισμού.
Πάντως τα γεγονότα φαίνεται, πως επαναλαμβάνονται σχεδόν απαράλλαχτα!
Αλήθεια, πόσο παρήγορο είναι, που και στην δική μας εποχή δεν μας έλειψαν οι Θεόδωροι Στουδίτες!
2/4/2017       
το βρήκαμε εδώ 

Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2017

Ο όρος «Εκκλησίες» ως «τεχνικός όρος»


Αποτέλεσμα εικόνας για Ναυπάκτου  Ἱερόθεος
Ναυπάκτου  Ἱερόθεος:Τό ἐρώτηµα εἶναι καίριο: Ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης εἶναι Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος ἤ ὄχι; Ἄν εἶναι Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος, συνέχεια τῶν Οἰκουµενικῶν Συνόδων, τότε δέν µπορεῖ στίς ἀποφάσεις της νά χρησιµοποιῆ τίς λέξεις ὡς ὑποτιθέµενους «τεχνικούς ὅρους». ∆έν µπορῶ νά διανοηθῶ ὅτι οἱ Πατέρες τῶν Α΄ καί Β΄ Οἰκουµενικῶν Συνόδων πού ἀποφάσισαν τό «Σύµβολο τῆς Πίστεως» θά µποροῦσαν νά χρησιµοποιήσουν «τεχνικούς ὅρους», ἤ οἱ µετέπειτα Πατέρες τῶν ἄλλων Οἰκουµενικῶν Συνόδων πού ἀποφάσισαν γιά χριστολογικά θέµατα θά µποροῦσαν νά χρησιµοποιήσουν «τεχνικούς ὅρους». 

Τέτοιες ἀπόψεις εἶναι ἀπαράδεκτες ἀπό κάθε πλευρᾶς. Ἀπό τήν µιά ὁ ὅρος Ἐκκλησία χρησιµοποιεῖται δῆθεν ὡς «τεχνικός ὅρος», χωρίς νά σηµαίνη ἀπόδοση ἐκκλησιαστικότητας στούς ἑτεροδόξους, ἐνῶ ἀπό τήν ἄλλη στήν συζήτηση µέσα στήν ἴδια τήν Σύνοδο τῆς Κρήτης γιά τούς µεικτούς γάµους, θεµελιωνόταν τό ἔγκυρο τοῦ βαπτίσµατος τῶν ἑτεροδόξων καί συναφῶς τῆς ἀπόδοσης ἐκκλησιαστικότητας στίς κοινότητές τους. ...δηλαδή θέλουµε νά συσκοτίσουµε τά πάντα ὥστε νά καταστήσουµε τήν συνεννόηση δύσκολη καί προβληµατική καί µέσα στήν γενικότερη σύγχυση πού θά προκαλέσουµε, νά προωθήσουµε τά σχέδια µας. ∆έν µπορεῖ διαφορετικά νά ἐξηγηθῆ ὅτι στίς συζητήσεις πού γίνονταν στήν Σύνοδο τῆς Κρήτης ὑποστηριζόταν τό «ἔγκυρο καί ὑποστατό τοῦ Βαπτίσµατος τῶν ἑτεροδόξων», ὅτι οἱ δυτικές «Ἐκκλησίες» ἔχουν µυστήρια, ὅτι µέ τήν ἀπόσχισή τους ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν ἔγινε τίποτε σπουδαῖο, ἀφοῦ «ἐσχίσθησαν» οἱ Ἐκκλησίες µεταξύ τους, ἤτοι ἡ Ὀρθόδοξη Ἀνατολική µέ τήν Ἐκκλησία τῆς Ρώµης, ὅπως «σχίζεται ἕνα ράσο σέ δύο κοµµάτια, ἀλλά παρά ταῦτα παραµένει ράσο»!! Τό συµπέρασµα εἶναι ὅτι τό «τεχνικός ὅρος» προσδιορίζεται µέ ἀπόλυτη ἀκρίβεια καί σαφήνεια γιά νά ἀποφευχθῆ ἡ ἀµφισηµία. Ὅταν ὅµως ὁ «τεχνικός ὅρος» τίθεται σέ ἀµφιβολία, τότε αὐτοκαταργεῖται ὡς τεχνικός ὅρος καί δέν χρησιµοποιεῖται εὐκαιριακά καί συµβατικά.

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

…ήρθε ο Χριστός για να ζήσει ο κόσμος!

Πρόσωπο με Πρόσωπο συνάντηση Θεού κι Ανθρώπου


Για ‘μας ήρθε ο Χριστός στον κόσμο που ‘μαστε μόνοι κι αναζητάμε καταφύγιο. Βλέπεις στη ζωή, οι τρικυμίες πολλές και ναυάγια γύρω γύρω. Για ‘μας σαρκώθηκε ο Θεός, έγινε ο ίδιος καταφύγιο ώστε να βρούμε ‘μεις λιμάνι και αγκαλιά, να πορευόμαστε μ’ Αυτόν, σα ‘ναι φίλος, σα να ‘ναι αδερφός -σαρκώθηκε ο Δημιουργός!
Για ‘μας ήρθε ο Χριστός στον κόσμο, που μας βαραίνει η ζωή, τα προβλήματα πολλά, και κάθε μέρα περισσότερα… Για ‘μας ήρθε, που απελπιζόμαστε κι αισθανόμαστε τη δύναμή μας να τελειώνει. Για ‘μας σαρκώθηκε ο Θεός, Δύναμη απ’ τον ουρανό… πώς λοιπόν μπορούμε να αισθανόμαστ’ αδύναμοι αφού μας έντυσε τη Δύναμή Του; Έγινε άνθρωπος ώστε να ‘μαστε εμείς δυνατοί, ν’ αντέχουμε στις δυσκολίες της ζωής. Έγινε άνθρωπος ώστε να μάθουμε ότι πλαστήκαμε για να εργαζόμαστε ο ένας πλάι στον άλλον. Να βγει ο καθένας απ’ τη μοναξιά του, “απ’ τον κόσμο του” που τον τυραννά! Για ‘μας σαρκώθηκε ο Θεός, να μας μάθει ότι είμαστε ίσοι μεταξύ μας: ολόκληρος Θεός έγινε μ’ εμάς ίσος -πώς κάποιος λοιπόν από ‘μας μπορεί να νομίσει τον εαυτό του ανώτερο από κάποιον άλλον;
Για ‘μας ήρθε ο Χριστός στον κόσμο, να πάρει το σώμα μας που πλάστηκε από χώμα, να το κάνει ουρανό, να τ’ αναστήσει στην Αθανασία. Ίδιο σώμα μ’ εμάς, ίδια χέρια μ’ εμάς, ίδιο κεφάλι μ’ εμάς -για ‘μας σαρκώθηκε ο Θεός, έγινε ένας από εμάς για να σώσει όλους εμάς. Έγινε άνθρωπος για ν’ αναζητήσει τον κάθε άνθρωπο.
Για ‘μας ήρθε ο Χριστός στον κόσμο, που πονάει το σώμα κι ψυχή μας. Οι παθήσεις πολλές κι οι πληγές άλλες τόσες. Ο ένας πόνος φέρνει τον άλλον -ο κάθε ένας από ‘μας, μέσα του, ξέρει καλά τι σημαίνει πόνος… Για ‘μας σαρκώθηκε ο Θεός, ήρθε τους πόνους να θεραπεύσει, να μας κάνει καλά, σαρκώθηκεν η Γιατρειά η ίδια, αφού ο ίδιος πόνεσε φορώντας ίδια με τη δική μας σάρκα.
Ήρθε ο Χριστός να μας βγάλει από τον εαυτό μας ώστε να μπορέσουμε ν’ αγαπήσουμε τον εαυτό μας έτσι που είμαστε σίγουροι ότι επιθυμούμε τον Παράδεισο! Κι αφού επιθυμούμε τον Παράδεισο, θ’ αγωνισθούμε να κατοικήσουμε σ’ αυτόν. Για ‘μας σαρκώθηκε ο Θεός, να μας δείξει ότι ο παράδεισος ξεκινά σε τούτην εδώ τη ζωή. Έλαβε ο Χριστός μ’ εμάς το ίδιο σώμα και κάλεσε στο Παράδεισο όλους όσους έχουν ανθρώπινο σώμα, όλους ανεξαίρετα.
Δεν ήρθε ο Χριστός στον κόσμο για λίγους αλλά για όλους!
Για ‘μας ήρθε ο Χριστός στον κόσμο, γιατί μας έλειπε η Αγάπη κι Αυτός μας γέμισε Αγάπη -όταν χάνεται η Αγάπη, χάνεται κι η λευτεριά… Πώς εμείς μπορούμε την Αγάπη να στερούμε, όταν για ‘μας σαρκώθηκε ο Θεός, η ίδια η Αγάπη; Σαρκώθηκε για τη δική μας λευτεριά. Σαρκώθηκε και το πρόσωπό μας, ο καθένας από ‘μας, απέκτησεν αξία. Για ‘μας σαρκώθηκε ο Θεός, έγινε Πρόσωπο όπως εμείς, μας κοίταξε στα μάτια, Πρόσωπο με Πρόσωπο, ήρθε, μας συνάντησε ο Χριστός, μας ένωσε στην Εκκλησία Του.
Ήρθε ο Χριστός για να ζήσει ο κόσμος!

Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2016

Ο Μητροπολίτης Γόρτυνος Ιερεμίας για τη Σύνοδο της Κρήτης

Ἔγινε στίς 19-26 Ἰουνίου στό Κολυμπάρι τῆς Κρήτης ἡ Πανορθόδοξη Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος, ὅπως ὀνομάστηκε. Γνωρίζω τό ἐνδιαφέρον Σας γιά νά μάθετε τά σχετικά μέ τήν Σύνοδο αὐτή, γιατί μέ ἐρωτούσατε σέ κατ᾽ ἰδίαν συναντήσεις, ἀλλά σᾶς ἔλεγα ὅτι θά ἀπαντήσω σέ ὅλους σας μέ μία γενική ἀπάντηση. Αὐτό πράττω τώρα κατά καθῆκον καί ὑποχρέωσή μου ὡς Ἐπίσκοπός σας.

1. Κατά πρῶτον ἔχω νά πῶ αὐτό πού ξέρετε ὅτι ἡ Ἐκκλησία μας ἐκφράζεται συνοδικά. Καί σεῖς οἱ Ἱερεῖς μέ τό ποίμνιό σας, τούς λαϊκούς χριστιανούς, κάνετε Σύνοδο καί τί... Σύνοδο!... «Θεία Λειτουργία» λέγεται ἡ Σύνοδος αὐτή καί λέγεται ἔτσι ἐπειδή εἶναι ἔργο τοῦ «λείτους», δηλαδή, τοῦ λαοῦ. Τό γνωρίζετε ὅτι χωρίς τό λαϊκό στοιχεῖο δέν μπορεῖτε νά τελέσετε θεία Λειτουργία. Αὐτή ἡ Σύνοδος, ἡ θεία Λειτουργία, εἶναι πραγματικά «Ἁγία καί Μεγάλη». «Ἁγία», γιατί σ᾽ αὐτήν μέ τήν ἰδική σας δέηση, τοῦ Ἱερέα τήν δέηση, τήν ὁποία συνοδεύουν καί οἱ πιστοί χριστιανοί μέ τό «Σέ ὑμνοῦμεν...», ἔρχεται τό Ἅγιο Πνεῦμα, ὄχι μόνο στά Δῶρα, πού εἶναι πάνω στό ἅγιο Θυσιαστήριο, γιά νά τά μεταβάλει σέ Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ, ἀλλά καί σέ ὅλη τήν Σύναξη (τήν Σύνοδο) τῶν πιστῶν. Ἔτσι λέγεται στήν εὐχή τοῦ Καθαγιασμοῦ: «Κατάπεμψον τό Πνεῦμα Σου τό Ἅγιον ἐφ᾽ ἡμᾶς καί ἐπί τά προκείμενα δῶρα ταῦτα». Καί εἶναι «Μεγάλη» Σύνοδος ἡ θεία Λειτουργία, γιατί παρά τό ὅτι στά χωριά σας μπορεῖ νά ἔχετε ἐκκλησίασμα μέ πέντε γιαγιές, ὅμως στήν θεία Λειτουργία παραστέκουν «χιλιάδες ἀρχαγγέλων καί μυριάδες ἀγγέλων...», ὅπως τό λέγουμε στήν σχετική εὐχή.
Πάντοτε, λοιπόν, ἡ Ἐκκλησία κάνει Συνόδους καί μάλιστα ἄργησε κατά πολύ στά τελευταῖα χρόνια νά συνέλθει σέ Σύνοδο. Γι᾽ αὐτό καί χαρήκαμε πολύ ὅταν ἀκούσαμε ὅτι ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης μας κ. ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ συγκροτεῖ Πανορθόδοξο Σύνοδο. Ἔγινε ἡ Σύνοδος, στήν Ὁποία τήν Ἑλλαδική μας Ἐκκλησία ἐξεπροσώπευσε ὁ Ἀρχιεπίσκοπός μας μέ εἴκοσι πέντε περίπου Ἀρχιερεῖς, ἱερά Ἀντιπροσωπία αὐτή ὅλης τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τήν Ὁποία συνοδεύσαμε ὅλοι μας μέ τήν προσευχή μας καί τήν ἀγωνία μας.
Ἀκούστηκαν πολλά, θετικά καί ἀρνητικά, γιά τά λεχθέντα καί γραφέντα στήν Σύνοδο αὐτή καί καταθέτω καί ἐγώ τώρα, ὡς Ἐπίσκοπος τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας, ἐλεύθερα καί ἐνσυνείδητα καί τήν ἰδική μου γνώμη.

2. Ὅπως γνωρίζουμε ἀπό τήν ἱστορία τῶν Συνόδων τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀδελφοί μου Ἱερεῖς, μία Σύνοδος συνέρχεται γιά νά καταδικάσει μία αἵρεση καί γιά νά διευθετήσει βεβαίως διάφορα θέματα τάξεως καί πορείας τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἀλλά κυρίως ἡ Ἐκκλησία μας μεριμνᾶ ἰδιαίτερα γιά τήν πίστη τῶν τέκνων της, τήν ὁποία διατυπώνει σαφῶς στίς Συνόδους Της, διαχωρίζοντάς την ἀπό τήν πλάνη καί τήν αἵρεση.
Ἀκούεται ἤδη ἀπό πολλά ἔτη γιά τήν αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἕνα θρησκευτικό κατασκεύασμα, πού θέλει τήν ἑνότητα ὅλων, παρά τήν διαφορετικότητα τῶν δογμάτων. Τό βάθος τῆς αἱρέσεως αὐτῆς εἶναι στό συγκρητισμό τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τόν ὁποῖον ἐπολέμησαν μέ πάθος οἱ Προφῆτες της. Ναί! Οἱ ἀγῶνες τῶν Προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶναι ἀγῶνες κατά τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ἀπό τήν αἵρεση δέ αὐτή, τήν ὁποίαν οἱ γνῶστες της τήν λέγουν, ὀρθῶς, «παναίρεση», ἔχουν ἐπηρεαστεῖ καί πολλοί ἰδικοί μας ὀρθόδοξοι. Μάλιστα δέ λέγουν ὅτι ὑπάρχουν καί κληρικοί, ἀνωτέρας μάλιστα βαθμίδος, οἱ ὁποῖοι ἐνθουσιάζονται ἀπό τά οἰκουμενιστικά κινήματα καί τά ὑποστηρίζουν στούς λόγους τους. Πάμπολλοι χριστιανοί μας εἶναι σκανδαλισμένοι ἀπό τά ἀκουόμενα οἰκουμενιστικά συνθήματα. Ὡς αἵρεση πάλι φέρεται καί ὁ Παπισμός. Ἐπειδή, λοιπόν, λόγω τῶν φιλοοικουμενιστῶν καί τῶν φιλοπαπικῶν κληρικῶν καί λαϊκῶν χριστιανῶν μας, ὑπάρχει σύγχυση στόν ὀρθόδοξο χῶρο, θά ἔπρεπε – ἔτσι τό περιμέναμε – ἡ Σύνοδος τοῦ Κολυμπαρίου τῆς Κρήτης, μέ τό κῦρος της, νά ξεκαθαρίσει τά πράγματα καί νά ὁμιλήσει καθαρά περί τῶν δύο αὐτῶν αἱρέσεων τῆς ἐποχῆς μας καί νά ἀποτρέψει τόν πιστό ὀρθόδοξο λαό ἀπό αὐτές. Δέν τό ἔπραξε, παρά τό ὅτι τό ἐζήτησαν προσυνοδικά μετά πολλῆς ἐπιμονῆς καί παρακλήσεως πολλοί, κληρικοί καί λαϊκοί. Βέβαια οἱ πιστοί ὀρθόδοξοι γνωρίζουν ὅτι ὁ Παπισμός εἶναι αἵρεση, γιατί ἔχουμε περί αὐτοῦ τίς μαρτυρίες τῶν ἁγίων Πατέρων μας καί μάλιστα τοῦ μεγάλου Πατρός, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ• καί γιά τόν Οἰκουμενισμό πάλι γνωρίζουν οἱ πιστοί ὅτι εἶναι παναίρεση, ἀλλά λόγῳ τοῦ ἐπικειμένου κινδύνου καί τῆς διαφυλάξεως λοιπόν τοῦ πιστοῦ λαοῦ, θά περιμέναμε τήν καταδίκη τοῦ Παπισμοῦ καί τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀπό τήν Σύνοδο τῆς Κρήτης. Δέν τό εἴδαμε.

3. Ἀλλά, παραδόξως, δέν φαίνεται ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης νά καταδικάζει αἵρεσίν τινα, οὔτε νά ὁμιλεῖ περί αἱρέσεων, ἀντίθετα μάλιστα τίς αἱρέσεις καλεῖ «Ἐκκλησίας». Ἐδῶ, εὐλαβέστατοι Ἱερεῖς μου, θά σταθῶ, γιά νά κάνω μιά ξεκαθάριση τοῦ ὅρου «Ἐκκλησία». Εἶναι μιά λέξη πού σημαίνει γενικά τήν συγκέντρωση, τήν συνάθροιση, τήν σύναξη τῶν ἀνθρώπων. Ἐχρησιμοποιεῖτο ἀπό παλαιά ἡ λέξη αὐτή• ἔτσι καί οἱ παλαιοί ἔλεγαν «ἐκκλησία τοῦ Δήμου». Ὁ χριστιανισμός ἀπό τήν ἀρχή, γιά νά δηλώσει τήν πίστη του καί νά ἐκφράσει αὐτό πού ἔκανε, ἔλαβε ἄφοβα καί ἐλεύθερα κοσμικές καί πολιτικές ἐκφράσεις, ὅπως τίς λέξεις «κράτος», βασιλεία», «δύναμις», πού τίς ἀκοῦμε καί στήν θεία λατρεία («Ὅτι Σόν τό κράτος καί Σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία καί ἡ δύναμις καί ἡ δόξα...»). Τήν σχέση μας ὅμως μέ τόν Θεό τήν ἐκφράζουμε μέ τήν λέξη «πίστη» ἤ ἀκόμη καλύτερα μέ τήν λέξη «ἐκκλησία». Ὄχι μέ τήν λέξη «θρησκεία». Ὅταν λέγουμε «πίστη» ἐννοοῦμε ὅλο τό βίωμά μας, ὅλη τήν σχέση μας μέ τόν Θεό. Ἐννοοῦμε ὅλη τήν ἱερή μας οἰκογένεια, πού τήν λέγουμε καί «Ἐκκλησία». Ὅταν λέγει ὁ ἀδελφόθεος Ἰάκωβος «ἡ εὐχή τῆς πίστεως σώσει τόν κάμνοντα» (Ἰακ. 5,15), δέν ἐννοεῖ τήν προσευχή πού γίνεται μέ πίστη, ἀλλά τήν προσευχή πού κάνει ἡ Ἐκκλησία (αὐτή λέγεται «πίστη»), γι᾽ αὐτό καί ἔχει τήν δύναμη νά σώζει. Ὅταν προσεύχεται ἡ Ἐκκλησία ἐν Μυστηρίῳ ὁπωσδήποτε ἀκούεται, ἔστω καί ἄν εἶναι ἁμαρτωλός ὁ τελῶν τό Μυστήριο Ἱερεύς. Τό ἴδιο σημαίνει καί ἡ ἔκφραση «πάντες ἀπολαύετε τοῦ συμποσίου τῆς πίστεως» = τῆς Ἐκκλησίας τό συμπόσιο, πού εἶναι ἡ Θεία Εὐχαριστία. Ἀλλά ἡ ἔκφραση «ἐκκλησία» εἶναι ἀκόμη πιό βαθειά καί πιό ἱερή γιά νά δηλώσει τήν Οἰκογένεια τοῦ Θεοῦ. Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, πατέρες καί ἀδελφοί μου, σαρκώθηκε καί ἦλθε στόν κόσμο γιά νά κάνει τήν Οἰκογένειά Του, ἥτις ἐστίν ἡ Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία δέ εἶναι Μυστήριο καί δέν μπορεῖ νά ὁρισθεῖ μέ ὁρισμούς. Νοοῦμε ὅμως καί γευόμεθα τό μυστήριο αὐτό τῆς Ἐκκλησίας (ὁ καθένας ἀνάλογα μέ τήν καθαρότητά του) στήν Θεία Λειτουργία• γι᾽ αὐτό καί ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ θεοφόρος λέγει ὅτι Ἐκκλησία εἶναι τό «Θυσιαστήριον», ἡ Ἁγία Τράπεζα δηλαδή, πάνω στήν Ὁποία τελεῖται ἡ Θεία Λειτουργία. Ἀφοῦ λοιπόν αὐτό, ἡ Θεία Λειτουργία, εἶναι Ἐκκλησία, δέν μπορεῖ νά μετέχουν σ᾽ Αὐτήν ὅσοι δέν μετέχουν στήν Θεία Εὐχαριστία. Καί ἐπειδή μέ τούς Καθολικούς, τούς Προτεστάντες καί τούς ἄλλους ἑτεροδόξους χριστιανούς δέν μποροῦμε νά κοινωνήσουμε μαζί, ἄρα αὐτοί δέν δικαιοῦνται νά ὀνομάζονται μέ τόν ἱερό ὅρο «Ἐκκλησία». Αὐτοί εἶναι ἁπλῶς θρησκευτικές κοινότητες. Καί ὅμως ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης τίς ἐκάλεσε «Ἐκκλησίας». Βέβαια, ὅπως μᾶς εἶπαν στήν Ἱεραρχία τοῦ Νοεμβρίου καί οἱ Πατέρες Ἀρχιερεῖς τῆς Ἑλλαδικῆς μας Ἐκκλησίας, οἱ μετασχόντες στήν Σύνοδο, ὁ ὅρος «Ἐκκλησία», πού ἐλέχθη γιά τούς ἑτεροδόξους, δέν χρησιμοποιήθηκε μέ τήν κυρία του, τήν δογματική ἔννοια, ἀλλά χρησιμοποιήθηκε καταχρηστικῶς, μέ τήν ἔννοια τῆς θρησκευτικῆς κοινότητος. Ναί, ἀλλά ἡμεῖς στά θεολογικά κείμενά μας καί τίς θεολογικές ἐκφράσεις μας ἔχουμε ἄλλη ἔννοια περί «Ἐκκλησίας», αὐτήν πού παρουσιάσαμε παραπάνω. Καί ἐπειδή λοιπόν πρόκειται περί κειμένων Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, πρέπει νά εἴμεθα πολύ ἀκριβεῖς στίς ἐκφράσεις μας. Μετά ἀπό μᾶς θά ἔλθουν ἄλλοι καί ἄλλοι καί θά βροῦν ἕτοιμη τήν χρήση τῆς ἔκφρασης «Ἐκκλησία» γιά τούς αἱρετικούς καί θά τήν χρησιμοποιήσουν λοιπόν αὐτοί περί τῶν αἱρετικῶν ἐλευθεριώτερον, μέ τήν σωστή μάλιστα δικαιολογία ὅτι ἡ ἔκφραση χρησιμοποιήθηκε προηγουμένως ἀπό Σύνοδο. Διά τοῦτο καί πολύ δικαίως ἔγινε ἐξέγερση ἰσχυρῶν θεολόγων κατά τῆς ἐκφράσεως αὐτῆς, τό νά ὀνομασθοῦν οἱ ἑτερόδοξοι «Ἐκκλησίες», καί θεώρησαν αὐτήν λίαν ἡμαρτημένη διά συνοδικό μάλιστα κείμενο.

4. Ἀλλά ἡμεῖς οἱ Ἀρχιερεῖς κατά τήν Ἱεραρχίαν τοῦ Μαΐου ἐ.ἔ. δέν εἴχαμε διατυπώσει τοιαύτη λανθασμένη ἔκφραση. Γιατί λοιπόν παρηλλάγη τό κείμενό μας; Τό ἰδικό μας κείμενο τῆς ἀπόφασης τῆς Ἱεραρχίας τοῦ Μαΐου ἔλεγε: «Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία γνωρίζει τήν ἱστορικήν ὕπαρξιν ἄλλων Χριστιανικῶν Ὁμολογιῶν καί Κοινοτήτων μή εὑρισκομένων ἐν κοινωνίᾳ μετ᾽ αὐτῆς». Ἡ πρόταση αὐτή εἶναι ὀρθοδοξοτάτη. Ἔγινε ἀποδεκτή ἀπό ὅλη τήν Ἱεραρχία μας καί αὐτήν τήν πρόταση ὤφειλε ἡ Ἀντιπροσωπία μας νά ὑποστηρίξει καί νά μήν παραλλάξει στήν Σύνοδο. Ὅμως ἡ πρόταση παρηλλάγη στήν ἑξῆς: «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀποδέχεται τήν ἱστορικήν ὀνομασίαν τῶν μή εὑρισκομένων ἐν κοινωνίᾳ μετ᾽ αὐτῆς ἄλλων ἑτεροδόξων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν». Ἡ φράση αὐτή εἶναι ἡμαρτημένη διά τόν λόγον πού εἴπαμε, ὅτι δηλαδή σ᾽ αὐτήν ὀνομάζονται οἱ ἑτερόδοξοι ὡς «Ἐκκλησίες». Ἡ ἔκφραση «ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες» σημαίνει «αἱρετικές». Καί ἀφοῦ λοιπόν εἶναι αἱρετικές οἱ «ἐκκλησίες» αὐτές, πῶς τίς ἀποκαλοῦμε «ἀδελφές»; Ἀλλά ὁ ἰσχυρός θεολογικός νοῦς τοῦ καλοῦ Ποιμένος τῆς ἀγαπημένης μου πατρίδος, ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος, ἀποκαλεῖ τήν ἔκφραση αὐτή σαφῶς «ἀντορθόδοξη»!

Θά προσπαθήσω, Πατέρες, νά σᾶς ἐξηγήσω μέ ἁπλότητα τό ἀντορθόδοξο πράγματι τῆς ἔκφρασης «ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες» μέ βάση τήν ἑρμηνεία τοῦ ἁγίου Ναυπάκτου: Εἶναι μία ἔκφραση ἀντιφατική. Ἡ Ἐκκλησία ἔχει τήν πᾶσα ἀλήθεια καί δέν μπορεῖ νά πλανᾶται. Ἄν πλανᾶται δέν εἶναι Ἐκκλησία. Ἡ αἵρεση εἶναι πλάνη. Τό νά λέγουμε λοιπόν «ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες», τό νά συνάπτουμε, δηλαδή, αὐτά τά δύο ἀντίθετα, σημαίνει ὅτι δεχόμεθα πλάνη στήν Ἐκκλησία καί ἀλήθεια στήν αἵρεση! Τραγέλαφος! Ναί, αὐτό σημαίνει ἡ ἔκφραση «ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες». Ὁμολογῶ ὅμως ὅτι ἡ Ἀντιπροσωπεία τῆς Ἱεραρχίας μας διατυπώνοντας τήν ἔκφραση «ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες» καί δεχομένη αὐτήν ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης, δέν ἤθελε νά ἐκφράσει τήν παραπάνω κακοδοξία, ἀλλά ὅλοι γνωρίζουμε ὅτι σέ Συνοδικά κείμενα πρέπει νά ὑπάρχει ἡ ἀκρίβεια καί ἡ σαφήνεια. Δέν ἐπιτρέπεται σέ Συνοδικά κείμενα τοιαῦτες κακόδοξες ἐκφράσεις. Τό πρᾶγμα, κατά τήν ἔρευνα τοῦ ἁγίου Ναυπάκτου, ἔχει μία προϊστορία. Στήν «Λουκάρειο Ὁμολογία», πού ἐγράφη ἤ υἱοθετήθηκε ἀπό τόν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλο Λούκαρη, λέγεται κάπου ὅτι ἡ Ἐκκλησία στήν πορεία της μπορεῖ νά πλανηθεῖ καί ἀντί γιά τήν ἀλήθεια νά πεῖ ψεῦδος. Λέγει ἐπί λέξει ἡ σχετική πρόταση: «Ἀληθές καί βέβαιόν ἐστιν ἐν τῇ ὁδῷ δύνασθαι ἁμαρτάνειν τήν Ἐκκλησίαν καί ἀντί τῆς ἀληθείας τό ψεῦδος ἐκλέγεσθαι». Τό νόημα τῆς πλάνης τῆς προτάσεως αὐτῆς τοῦ Κυρίλλου Λουκάρεως διατυπώνεται ἀκριβῶς μέ τήν ἔκφραση «ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες» τοῦ κειμένου τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης, κατά παραποίηση τῆς πρώτης ὀρθοδοξοτάτης ἐκφράσεως τῆς Ἱεραρχίας μας. Ἡ Σύνοδος ὅμως τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ ἔτους 1638 ἀναθεμάτισε τόν Πατριάρχη Κύριλλο Λούκαρη γιά τήν παραπάνω ἀντορθόδοξη ἔκφρασή του, ὅτι δύναται ἡ Ἐκκλησία νά ἁμαρτήσει καί νά πλανηθεῖ. Πάντως ἡ λανθασμένη ἔκφραση «ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες» θά παραμείνει τώρα, ἄν ἀναγνωρισθεῖ ἡ Σύν¬οδος τῆς Κρήτης, ὡς ἐπίσημα γραμμένη σέ κείμενό της καί θά χρησιμοποιεῖται εὖ καί καλῶς καί λίαν ἐλευθέρως ὡς ἐπιτρεπτή καί ἔγκυρη. Ὅπως μᾶς εἶναι γνωστό, ἡ λέξη Ἐκκλησία δόθηκε γιά πρώτη φορά σέ χριστιανούς πού βρίσκονται ἔξω ἀπ᾽ αὐτήν τόν 20ο αἰ. μέ τό διάγγελμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου τοῦ ἔτους 1920. Ὁ Σεβασμιώτατος ἅγιος Ναυπάκτου εἰς κείμενόν του πρός τήν Ἱεραρχία τοῦ Νοεμβρίου ἐ.ἔ. παραπονεῖται δικαίως διά τό ὅτι ἡ νέα πρόταση μέ τήν ἐσφαλμένη ἔκφραση δέν ἐμελετήθη ἀπό τήν Ἀντιπροσωπεία τῆς Ἱεραρχίας μας, ἀλλά ἔγινε «κατά τήν διάρκεια τῆς νύκτας τῆς Παρασκευῆς πρός Σάββατο», χαρακτηρίζει δέ τόν μέν συντάκτη τῆς πρότασης ὅτι «δέν γνωρίζει τήν δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας», τήν δέ ἐπίμαχο φράση «διπλωματική καί ὄχι θεολογική». Εἶναι φράση πού διευκολύνει τήν αἵρεση καί παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, λέγουμε ἡμεῖς.

5. Στό τελικό κείμενο τῆς Ἀντιπροσωπείας τῆς Ἱεραρχίας μας, ὅπως ἔχει ἐπισημανθεῖ πάλι ἀπό τόν Σεβασμιώτατο ἅγιο Ναυπάκτου, ὑπάρχει καί ἄλλο σοβαρό δογματικό καί ἐκκλησιολογικό λάθος. Γράφει τό κείμενο: «Κατά τήν ὀντολογικήν φύσιν τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἑνότης αὐτῆς εἶναι ἀδύνατον νά διαταραχθῇ. Παρά ταῦτα, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀποδέχεται τήν ἱστορικήν ὀνομασίαν τῶν μή εὑρισκομένων μετ᾽ αὐτῆς ἄλλων ἑτεροδόξων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν». Καί τήν πρώτη πρόταση τοῦ κειμένου αὐτοῦ ὁ ἅγιος Ναυπάκτου πάλι τήν εὑρίσκει «κακόδοξον καί ἀντορθόδοξον». Ναί! Εἶναι τοιαύτη ἡ πρόταση αὐτή γιατί ἐκφράζει τήν προτεσταντική ἄποψη περί ἀοράτου καί ὁρατῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν ὁ Λούθηρος καί οἱ μετ᾽ αὐτόν Καλβίνος καί Σβίγγλιος ἀποσπάστηκαν ἀπό τήν Ρώμη, γιά νά μή νομισθεῖ ὅτι εἶναι ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἀνέπτυξαν τήν θεωρία περί ἀοράτου καί ὁρατῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἀόρατη Ἐκκλησία, στήν ὁποία ἀνῆκαν πλέον αὐτοί, ἦταν κατ᾽ αὐτούς ἑνωμένη, ἐνῶ οἱ ἐπί γῆς ὁρατές Ἐκκλησίες (σέ μιά ἀπ᾽ αὐτές – τῆς Ρώμης – ἀνῆκαν πρῶτα αὐτοί) εἶναι διεσπασμένες καί προσπαθοῦν καί ἀγωνίζονται νά βροῦν τήν ἑνότητά τους. Καί ὁ ἰδικός μας ὀρθόδοξος θεολόγος Λόσσκυ ἐλέγχοντας τήν προτεσταντική αὐτή ἐκκλησιολογία, ἡ ὁποία χωρίζει τήν Ἐκκλησία σέ ὁρατή καί ἀόρατη, τήν παραλληλίζει μέ τήν αἵρεση τοῦ Νεστορίου, ὁ ὁποῖος ἐχώρισε τήν θεία ἀπό τήν ἀνθρώπινη φύση στό Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Ἀπό τήν θεωρία αὐτή τῶν Προτεσταντῶν περί ὁρατῆς καί ἀοράτου Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ὑπόκειται στήν ἔκφραση τοῦ Συνοδικοῦ κειμένου πού κρίνουμε, «ξεκινοῦν – λέγει ὁ ἅγιος Ναυπάκτου – ἄλλες θεωρίες, ὅπως ἡ θεωρία τῶν κλάδων, ἡ βαπτισματική θεολογία καί ἡ ἀρχή τῆς περιεκτικότητος». Ἄρα, ... πρέπει πολύ νά προσέξουμε.
Ἀλλά καί ἡ ἔκφραση τοῦ κειμένου τῆς Συνόδου «κατά τήν ὀντολογικήν φύσιν τῆς Ἐκκλησίας...», εἶναι περίεργη. Θά πάω τώρα λίγο ἀλλοῦ τό θέμα, πατέρες, γιά νά νοήσετε τήν πλάνη τῆς ἔκφρασης. Σᾶς ἐρωτῶ, συλλειτουργοί μου ἀδελφοί: Γιατί τό θαῦμα τῆς Θείας Εὐχαριστίας τό καλοῦμε «μεταβολή» τῶν θείων Δώρων καί ὄχι «μετουσίωση»; Γιατί ἡ ἔκφραση «μετουσίωση» ὑπενθυμίζει τήν θεωρία τοῦ Πλάτωνα καί τοῦ Ἀριστοτέλη περί τῶν ἰδεῶν, περί τῶν ἀρχετύπων, πού εἶναι κατ᾽ αὐτούς ἡ οὐσία τῶν ἐπί γῆς πραγμάτων. Ἔτσι ὁ ὅρος «μετουσίωση» γιά τήν ἔκφραση τῆς θείας Εὐχαριστίας δηλώνει ὅτι μεταβάλλονται ὄχι αὐτά τά ἴδια τά εἴδη τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου, ἀλλά τά ἄνω ἀρχέτυπά τους, οἱ ἰδέες. Γι᾽ αὐτό καί ἐμεῖς, ἐπαναλαμβάνω, τό θαῦμα τῆς Θείας Λειτουργίας τό καλοῦμε «μεταβολή» καί «ὄχι μετουσίωση». Ὁμοίως τώρα καί ἡ ἔκφραση «ὀντολογική ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας» μᾶς παραπέμπει κάπως σ᾽ αὐτήν τήν θεωρία τοῦ Πλάτωνα καί τοῦ Ἀριστοτέλη καί γι᾽ αὐτό δέν πρέπει νά τήν χρησιμοποιοῦμε περί τῆς Ἐκκλησίας, μήπως μᾶς κατηγορήσουν ὅτι μέ τήν ἔκφραση αὐτή προτεσταντίζουμε• ὅτι θέλουμε τάχα νά δηλώσουμε μέ τήν ἔκφραση αὐτή τήν πραγματική ἑνότητα τῆς ἀόρατης Ἐκκλησίας, ἔναντι τῆς ἐπί γῆς ὁρατῆς. Σ᾽ αὐτό πιθανόν νά δώσει ἀφορμή καί τό ἀμέσως ἀκολουθοῦν «παρά ταῦτα» στήν συνέχεια τοῦ λόγου.

6. Δέν σᾶς εἶπα, πατέρες μου Ἱερεῖς, γιά ὅλα τά θέματα τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης, ἀλλά γιά ἕνα μόνο, τό πιό σοβαρό ἴσως, γιατί εἶναι ἐκκλησιολογικό. Γιά τό κείμενο τῆς Συνόδου, στό ὁποῖο ἀναφέρεται τό θέμα αὐτό πού σᾶς ἔθιξα, τό ἐπιγραφόμενο «Σχέσις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», ὁ λόγιος Σεβασμιώτατος ἅγιος Ναυπάκτου λέγει ἐπί λέξει στήν κατάθεσή του στά Πρακτικά τῆς Συνεδριάσεως τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τοῦ μηνός Νοεμβρίου ἐ.ἔ.: «Ἐκεῖνο πού μπορῶ νά πῶ εἶναι ὅτι τό κείμενο αὐτό ὄχι μόνον δέν εἶναι θεολογικό, ἀλλά συγχρόνως δέν εἶναι καθαρό, δέν ἔχει καθαρές προοπτικές καί βάσεις, εἶναι διπλωματικό. Ὅπως ἔχει γραφῆ, διακρίνεται ἀπό μία διπλωματική δημιουργική ἀσάφεια. Καί ὡς διπλωματικό κείμενο δέν ἱκανοποιεῖ οὔτε τούς Ὀρθοδόξους οὔτε τούς ἑτεροδόξους». «Τό κείμενο ἔχει πολλά προβλήματα, παρά τίς μερικές γενικές καλές διατυπώσεις. Μάλιστα, ὅταν δημοσιευθοῦν τά Πρακτικά τῆς Συνόδου, ὅπου ἀποτυπώνονται οἱ αὐθεντικές ἀπόψεις αὐτῶν πού ἀποφάσισαν καί ὑπέγραψαν τά κείμενα, τότε θά φανῆ καθαρά ὅτι στήν Σύνοδο κυριαρχοῦσαν ἡ θεωρία τῶν κλάδων, ἡ βαπτισματική θεολογία καί κυρίως ἡ ἀρχή τῆς περιεκτικότητος, δηλαδή ἡ διολίσθηση ἀπό τήν ἀρχή τῆς ἀποκλειστικότητος στήν ἀρχή τῆς περιεκτικότητος». «Πολλοί κατάλαβαν ὅτι τό κείμενο αὐτό γράφτηκε καί ἀποφασίσθηκε ἐν σπουδῇ καί δέν εἶναι ὁλοκληρωμένο, ἀφοῦ μάλιστα ὑπογραφόταν ἀπό τούς Ἀρχιερεῖς τήν Κυριακή τό πρωΐ, κατά τήν διάρκεια τῆς θείας Λειτουργίας»!...
Οἱ περικοπές αὐτές τοῦ Σεβασμιωτάτου κ. Ἱεροθέου εἶναι πολύ σημαντικές καί πρέπει νά ληφθοῦν σοβαρά ὑπ᾽ ὄψιν καί νά μήν παραθεωρηθοῦν.

7. Μᾶς ἐρωτοῦν πολλοί: Θά ἀναγνωρίσουμε τήν Σύνοδο αὐτή; Αὐτό θά ἀποφασισθεῖ ἀπό ὅλους τούς Ἱεράρχας τῆς Ἑλλαδικῆς μας Ἐκκλησίας. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπός μας πάντως κ. ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ παρέχει ἄνεση λόγου γιά κάθε ἐκφραζομένη ἄποψη καί εἶναι δεκτικός ὅλων τῶν θέσεων. Τόν εὐχαριστοῦμε γι᾽ αὐτό. Πάντως ἀπό τήν ἱστορία τῶν Συνόδων γνωρίζουμε ὅτι στίς Οἰκουμενικές Συνόδους γίνονταν πολλές Συνεδριάσεις γιά πολλά χρόνια. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρουμανίας ἀποφάσισε ὅτι τά κείμενα τῆς Συνόδου στό Κολυμπάρι τῆς Κρήτης μπορεῖ νά διαφοροποιηθοῦν σέ μερικά σημεῖα καί νά ἀναπτυχθοῦν ἀπό μία μελλοντική Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας μας καί νά τελειοποιηθοῦν καί νά ἔχουν ἔτσι μία πανορθόδοξη συμφωνία. Γιατί τώρα στήν Σύνοδο τῆς Κρήτης δέν συμμετεῖχαν τέσσερα Πατριαρχεῖα, τῆς Ἀντιοχείας, τῆς Ρωσίας, τῆς Βουλγαρίας καί τῆς Γεωργίας. Ἔτσι συνέβαινε στήν ἱστορία τῶν Συνόδων, ξαναλέμε. Γίνονταν πολλές συνεδριάσεις πού κρατοῦσαν πολλά χρόνια. Καί οἱ Συνεδριάσεις αὐτές θεωροῦνταν ἔπειτα ὡς μία Σύνοδος.

8. Ἴσως, πατέρες Ἱερεῖς, νά σᾶς φαίνονται λεπτομερῆ καί κάπως περίεργα αὐτά πού σᾶς εἶπα καί νά μέ κατηγορήσετε μάλιστα ὅτι ἡ μάχη δίνεται στίς λέξεις καί τίς ἐκφράσεις. Καί ὅμως, πατέρες μου, ἡ ὀρθόδοξη πίστη μας ἐκφράζεται μέ τήν ἀκρίβεια τῶν λέξεων, πού εἶναι φορτισμένες μέ βαρύ θεολογικό νόημα. Καί ὅπως τό γνωρίζουμε, ἡ Ἐκκλησία μας ἔδωσε μεγάλες μάχες γιά τήν σωστή διατύπωση τῶν δογμάτων τῆς πίστης μας.
Ἔχουμε ἀνάγκη πολλῆς προσευχῆς καί συνέσεως. Ὄχι βεβιασμένες ἐνέργειες.

Θά περιμένω, ἀγαπητοί συλλειτουργοί μου ἀδελφοί, τίς ἐρωτήσεις, τίς ἀντιρρήσεις καί διαφωνίες Σας ἐπί τῶν λεχθέντων καί θά μιλήσουμε πάλι περί τῆς Συνόδου τοῦ Κολυμπαρίου τῆς Κρήτης. Εὔχεσθε καί ὑπέρ ἐμοῦ.

Μέ εὐχές καί ἀγάπη Χριστοῦ
† Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίας

το βρήκαμε εδώ

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2016

ΛΑΜΠΡΟΣ ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ ΔΙΑ ΤΟ ΚΟΛΥΜΒΑΡΙ



Αποτέλεσμα εικόνας για ΚΟΛΥΜΒΑΡΙ synodos

«Ήξεις αφήξεις» αι αποφάσεις! Το Κολυμβάρι οδηγείται αργά αλλά σταθερά εις καταποντισμόν!
Μετά την επιστολήν του Πατριάρχου Κων/πόλεως, η οποία έθετεν εμμέσως το δίλημμα «η στο πλευρό μου η με τους Σλάβους» και ευθέως κατεφέρετο εναντίον ισοτίμων Ιεραρχών, η Εκκλησία της Ελλάδος συν­υπολογίζουσα την πιθανήν πρόκλησιν σχίσματος εις την Ιεραρχίαν οπισθοχώρησε και ανέβαλε την σωστήν απόφασιν. Πολλοί Μητροπολίται εσιώπησαν και ολίγοι δυναμικοί εξέφρασαν μετριοπαθείς θέσεις.
Προ πολλού ήδη ανεμένετο η συζήτησις εις την Ιεραρχίαν δια την Σύναξιν του Κολυμβαρίου. Η συζήτησις είχεν ορισθή δια την Τακτικήν Συν­εδρίασιν της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος κατά τον Οκτώβριον, όμως ανεβλήθη, καθώς ανέκυψεν επιτακτικώς το ζήτημα του μαθήματος των Θρησκευτικών. Ωρίσθη τότε νέα Έκτακτος Συνεδρίασις δια τον μήνα Νοέμβριον, η οποία συνήλθε κατά την 23ην και 24ην του τρέχοντος. Παρά το γεγονός ότι υπήρξε συνάντησις μόλις την 21ην μεταξύ του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου και του νέου –μετά την αποπομπήν του κ. Ν. Φίλη- Υπουργού Παιδείας κ. Κ. Γαβρόγλου, εις την Ιεραρχίαν δεν έγινε κάποια αναφορά.
Εξεβίασεν ο Πατριάρχης την Ιεραρχίαν;
Ολίγας ημέρας προ της συγκλήσεως της Ιεραρχίας απέστειλεν ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως επιστολήν προς τον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών, από τον οποίον εζήτει να μη υιοθετήση η Ιεραρχία τας θέσεις του Σεβ. Καλαβρύτων και Σεβ. Πειραιώς, οι οποίοι τας παρελθούσας ημέρας είχον αποστείλει κείμενα δια την μη αποδοχήν του Κολυμβαρίου ως «Αγίας και Μεγάλης Συν­όδου», με τους οποίους προτίθεται ο ίδιος να διακόψη κάθε επικοινωνίαν.
Δεν είναι βεβαίως τόσον η παρότρυνσις του Πατριάρχου που πείθει τους Ιεράρχας, όσον το ότι επικρέμαται πάντοτε ως δαμόκλειος σπάθη επί της Εκκλησίας της Ελλάδος ο φόβος ανακινήσεως του Αυτοκεφάλου και του ζητήματος των Μητροπόλεων της Β. Ελλάδος, δια τα οποία δεν έχει καμίαν εξουσίαν η δικαίωμα, όμως η απειλή και μόνον αυτή αρκεί δια τον όλεθρον.
Ωστόσο η πρωτοβουλία του Πατριάρχου να υποδείξη εις την Ιεραρχίαν την στάσιν της δεν στερείται μόνον ηθικών ερεισμάτων, αλλά πολύ περισσότερον εγγίζει τα όρια της εισπηδήσεως. Η Εκκλησία της Ελλάδος δεν είναι Επαρχία της Κωνσταντινουπόλεως ούτε «Ημιαυτόνομος» Εκ­κλησία, δια να επεμβαίνη εις το προσκήνιον η εις το παρασκήνιον και να κατευθύνη τας αποφάσεις. Απορρίπτει ο Πατριάρχης τον χαρακτηρισμόν ο «Πάπας της Ανατολής», αλλά η συμπεριφορά του άλλα μαρτυρεί… Διατί δεν αποστέλλει και εις τον Μόσχας μίαν ανάλογον επιστολήν, δια να ίδωμεν τι θα απαντήση εκείνος;
Όσον δια τας προειδοποιήσεις ότι θα διακόψη κάθε επαφήν με διαφωνούντας Ιεράρχας της Εκκλησίας ερωτώμεν: είχεν επαφάς αι οποίαι δεν διήρχοντο από την Ιεράν Σύνοδον;
Η ταραχή εις το Φανάρι ίσως επίσης να προήλθεν από τας πληροφορίας ότι ήδη η Εκκλησία της Βουλγαρίας απέρριψε το Κολυμβάριον και ότι ο Πατριάρχης κ. Νεόφυτος είχεν αποστείλει προσωπικήν επιστολήν προς τον Μακαριώτατον, δια να τον ενημερώση δια την στάσιν της πλησιοχώρου Εκκλησίας, την οποίαν εκείνος εκράτει προ της εισελεύσεώς του εις την Ιεραρχίαν. Τίποτε όμως από αυτά δεν έχει επιβεβαιωθή από την Αρχιεπισκοπήν.
Η Ιεραρχία τελικώς συνεκλήθη υπό τας προειδοποιήσεις της επιστολής του Πατριάρχου, το δεδομένον ότι ο εισηγητής Σεβ. Σερρών ανήκει εις τους θιασώτας του Πατριάρχου και το γεγονός της απουσίας του Σεβ. Αλεξανδρουπόλεως, ο οποίος τρεις ημέρας ενωρίτερον είχε μεταβή εις το Φανάρι.
Προσφώνησις και εισήγησις
Ήδη με την έναρξιν της συνεδριάσεως κατά την προσφώνησίν του ο Αρχιεπίσκοπος εφέρθη λίαν διπλωματικώς, δια να αποφύγη τας συγκρούσεις. Μεταξύ άλλων είπε:
«Η απλή και μόνο ενθύμηση του σωτήριου Λόγου του Κυρίου μας ότι «ου γαρ εισι δύο η τρεις συνηγμένοι εις το εμόν όνομα, εκεί ειμι εν μέσω αυτών» (κατά Ματθαίον 18,20), αρκεί για να αντιληφθεί κανείς την τεράστια πνευματική σημασία που έχει από μόνο του ως γεγονός η σύγκληση και πραγματοποίηση της εν Κρήτη Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, μιας Συνόδου τόσο πολλών Προκαθημένων Ορθοδόξων Εκκλησιών, τόσο πολλών επισκόπων και άλλων πατέρων. Εάν λάβουμε δε υπ’ όψη μας ότι ο πανάρχαιος συνοδικός θεσμός είναι ένας θεσμός με μία εξαίρετη δυναμική, ένας θεσμός άρρηκτα δεμένος με την συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας μας, καθίσταται σαφές ότι μία Σύνοδος μετά την Σύνοδο, έχει να προσφέρει ρεαλιστικό και τεκμηριωμένο πνευματικό και εκκλησιαστικό Λόγο και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει κάποιον διαπιστωτικό, επικυρωτικό η καθαρά διαδικαστικό – τυπικό χαρακτήρα».
Ο Αρχιεπίσκοπος δεν ανεφέρθη εις Αποστολικήν η Οικουμενικήν Σύνοδον, αλλά εις το χωρίον «ου γαρ εισι δύο η τρεις συνηγμένοι…», το οποίον θα ηδύνατο να θεωρηθή και ως υποβιβάζον το Κολυμβάρι ως απλήν συγκέντρωσιν. Όμως δεν είναι αυτό το κύριον σημείον της προσφωνήσεως. Από την προσφώνησιν αυτήν καθίσταται αντιληπτόν ότι η Ιεραρχία ευρίσκεται ενώπιον ενός σκοπέλου που ρεαλιστικώς είναι δύσκολον να υπερβή: αφ’ ενός εις την Σύναξιν του Κολυμβαρίου μετείχαν Ορθόδοξοι Εκκλησίαι, αφ’ ετέρου το εν τρίτον της Ιεραρχίας που ήταν παρόν κατά την προσφώνησιν απετέλεσε την επίσημον αντιπροσωπίαν. Γνωρίζουν τα στρεβλά του Κολυμβαρίου· όμως πως οι μισοί θα καταδικάσουν τους άλλους μισούς χωρίς να προκύψη σχίσμα; Δι’ αυτό ο Αρχιεπίσκοπος κάνει ελιγμόν και ορίζει ότι σκοπός της συγκλήσεως της Ιεραρχίας δεν είναι η διαπίστωσις, δηλ. αν έγιναν όλα καλά η όχι, ούτε η επικύρωσις, δηλ. η αποδοχή η απόρριψις της Ιεροσυνάξεως, αλλά η δημιουργική ασάφεια!
Ηκολούθησεν η εκτενεστάτη εισήγησις του Σεβ. Σερρών, η οποία ήτο μία επανάληψις των γεγονότων, περιελάμβανεν εγκώμια εις τον Πατριάρχην και μία ατυχή προσπάθειαν να πείση όλους ότι «Πατέρες» ήσαν και όσοι συμμετείχαν εις το Κολυμβάρι, δια να απορήσουν όλοι ποίος ήτο ο νέος Μέγας Βασίλειος του Κολυμβαρίου…
Σημαντικώτερα είναι όσα δεν ανέφερεν ο Σεβ. Σερρών. Δεν αναφέρεται πουθενά, αν η αντιπροσωπία παρέβη η όχι την εντολήν της Ιεραρχίας παρά μόνον ότι η αντιπροσωπία καθημερινώς συνεζήτουν μεταξύ τους. Παραδέχεται ότι κάποιαι προτάσεις της Εκκλησίας της Ελλάδος δεν έγιναν αποδεκταί, αλλά διερωτάται αν αυτό επηρεάζη το Κολυμβάρι η την Ιεραρχίαν. Μάλιστα, τας καταγγελίας του Σεβ. Ναυπάκτου περί προπηλακισμού τας παρέρχεται με δύο γενικολόγους φράσεις. Προφανώς η προσεποιήθη άγνοιαν η εξετέλει εντολάς…
Η συζήτησις
Αποκαλυπτικά είναι τα όσα έφερεν εις το φως ο δημοσιογράφος κ. Αν. Λουδάρος εις άρθρον του εις την ιστοσελίδα orthodoxia.info της 23ης Νοεμβρίου 2016:
«Η συζήτηση, που ξεκίνησε μετά την εισήγηση του μητροπολίτη Σερρών κ. Θεολόγου, επικεντρώθηκε στο θέμα της αλλαγής στάσης της Εκκλησίας της Ελλάδος όσον αφορά στην περιβόητη, πλέον, αναφορά σε άλλες «Εκκλησίες» του έκτου κειμένου της Συνόδου της Κρήτης.
Ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος, ενημερώνοντας το Σώμα της Ιεραρχίας, αναφέρθηκε στις έντονες πιέσεις που δέχθηκε η Εκκλησία της Ελλάδος, αναφερόμενος, χωρίς όμως να τον κατονομάσει, στον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου Χρυσόστομο, ο οποίος είχε χαρακτηρίσει την στάση της Εκκλησίας της Ελλάδος αρνητική και πως θέτει σε ομηρία την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο. «Δείξαμε σύνεση και υπομονή», είπε ο Αρχιεπίσκοπος, ο οποίος υποστήριξε ότι οι ζυμώσεις που θα γίνουν σε βάθος χρόνου θα επιφέρουν τις απαραίτητες αλλαγές. «Πολλά δογματικά ζητήματα στην εκκλησιαστική ιστορία κράτησαν χρόνια», είπε ο Προκαθήμενος της Ελλαδικής Εκκλησίας προς τους Μητροπολίτες, υποστηρίζοντας ότι στην πορεία κάποια θα βελτιωθούν και κάποια θα ανακληθούν. «Οι αποφάσεις αυτές δεν είναι δικαστικές… έχει πορεία, θα γίνουν ζυμώσεις», φέρεται να είπε ο Αρχιεπίσκοπος.
Την άποψη πως τα κείμενα και οι αποφάσεις της Συνόδου της Κρήτης δεν μπορούν να τεθούν υπό αμφισβήτηση, ούτε καν σε συζήτηση, εξέφρασαν οι Μητροπολίτες Θεσσαλονίκης Άνθιμος και Περιστερίου Χρυσόστομος. Μάλιστα, ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης ζήτησε από τον Αρχιεπίσκοπο να κλείσει την συνεδρίαση μετά το τέλος της εισήγησης του μητροπολίτη Σερρών, αφού ο ίδιος έκρινε ότι δεν υπήρχε λόγος συζήτησης. Ο Αρχιεπίσκοπος αρνήθηκε και η συζήτηση προχώρησε κανονικά με τον μητροπολίτη Ναύπακτου να αναδεικνύεται σε κυρίαρχο πρόσωπο της συνεδρίασης, μιας και ήταν αυτός που εξέφρασε τις περισσότερες επιφυλάξεις.
Η βασική θέση του μητροπολίτη Ναυπάκτου ήταν πως το κείμενο, στο οποίο γίνεται αναφορά σε άλλες Εκκλησίες δεν ήταν ώριμο. Μάλιστα, επικαλέστηκε τις επιφυλάξεις που εξέφρασαν και οι Εκκλησίες Σερβίας και Ρουμανίας αλλά και αυτές που δεν συμμετείχαν. Κατά τη διάρκεια της παρέμβασης του μητροπολίτη Ναυπάκτου, υπήρξαν έντονες αντιδράσεις εντός της αίθουσας. Ο μητροπολίτης ζήτησε από τον Αρχιεπίσκοπο να τηρήσει τον κανονισμό, ενώ απευθυνόμενος προς τους Μητροπολίτες που του ζητούσαν να αλλάξει τη στάση του, είπε «Αν θέλετε να με εκφοβίσετε, δεν θα το κατορθώσετε». Ο μητροπολίτης Ναυπάκτου υπεραμύνθηκε της στάσης του να μη θέσει εν τέλει την υπογραφή του κάτω από το κείμενο αυτό επιμένοντας πως η φράση περί αποδοχής της ιστορικής ονομασίας των άλλων Εκκλησιών δεν έχει νόημα, αφού όπως υποστήριξε δεν γίνεται να υπάρχει ονομασία χωρίς ύπαρξη. Ο ίδιος τόνισε πως ο τρόπος με τον οποίο έχουν γίνει κάποιες αναφορές στο κείμενο και ιδιαίτερα ο Όρος «ετερόδοξες Εκκλησίες» ομοιάζουν με την καταδικασμένη ομολογία του Λουκάρεως, τονίζοντας πως ο Όρος ετερόδοξοι αφορά σε πλανεμένους, οι οποίοι δεν μπορεί να αποτελούν Εκκλησία. Τόνισε δε πως η αποδοχή από πλευράς Ορθοδόξου Εκκλησίας της ύπαρξης άλλων Εκκλησιών προσομοιάζει με την θεωρία περί αόρατης και ορατής Εκκλησίας, θεωρία την οποία έχουν αναπτύξει οι Προτεστάντες. Ο μητροπολίτης Ιερόθεος ζήτησε να υπάρξει μελέτη επί των κειμένων, ώστε σε μελλοντική Σύνοδο να υπάρξουν σχετικές βελτιώσεις.
Στα επιχειρήματα του μητροπολίτη Ναυπάκτου απάντησαν τόσο ο μητροπολίτης Χαλκίδος Χρυσόστομος όσο και ο Καστορίας Σεραφείμ. Ο μητροπολίτης Χαλκίδος θέλοντας να τονίσει πως η χρήση του όρου «Εκκλησία» δεν αποδίδει και την αντίστοιχη αναγνώριση, μίλησε για την φράση που υπάρχει στην Αγία Γραφή όπου γίνεται αναφορά σε αυτούς που διδάσκουν «έτερο Ευαγγέλιο», τονίζοντας πως η αναφορά σε άλλα «Ευαγγέλια» δεν σημαίνει πως είναι αποδεκτά ως τέτοια. Στο ίδιο μήκος κύματος και ο μητροπολίτης Καστορίας. Ο μητροπολίτης Σεραφείμ ανέγνωσε αποσπάσματα από κείμενο του καθηγητή Τσελεγγίδη, ενός εκ των μεγαλύτερων αντιρρησιών της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Κρήτης, ο οποίος χρησιμοποιεί τους Όρους Καθολική και προτεσταντική Εκκλησία. Οι Μητροπολίτες τόνισαν πως η χρήση του όρου είναι τεχνική (technicus terminus) και πως δεν σημαίνει αποδοχή. Ωστόσο, ο μητροπολίτης Ναυπάκτου θεωρεί πως δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιούνται τεχνικοί όροι σε συνοδικά κείμενα τέτοιας βαρύτητας».
Το ανακοινωθέν
Μετά από την εκτενή συζήτησιν η Ιεραρχία εξέδωσεν ανακοινωθέν, μέρος του οποίου παραθέτομεν:
«Αναγνωσθέντος του Καταλόγου των συμμετεχόντων Ιεραρχών, διεπιστώθη η απουσία των Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτών Αλεξανδρουπόλεως κ. Ανθίμου και Σισανίου και Σιατίστης κ. Παύλου, οι οποίοι απουσιάσαν αιτιολογημένα.
Ακολούθως, συνεκροτήθη η Επιτροπή Τύπου από τους Σεβασμιωτάτους Μητροπολίτες Δημητριάδος κ. Ιγνάτιο, Σύρου κ. Δωρόθεο και Πατρών κ. Χρυσόστομο…
Ακολούθως, σύμφωνα με την Ημερησία Διάταξη, ανέγνωσε την Εισήγησή του ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Σερρών και Νιγρίτης κ. Θεολόγος, με θέμα: «Ενημέρωσις περί των διεξαχθεισών εργασιών της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας»… Κατόπιν εισηγήθηκε τις ακόλουθες προτάσεις προς ποιμαντική αξιοποίηση των Κειμένων-Αποφάσεων της εν Κρήτη Αγίας και Μεγάλης Συν­όδου:
«1. Παραπομπή, αποφάσει της Δ.Ι.Σ., στις αρμόδιες Συν­οδικές Επιτροπές των αφορουσών σε αυτές σχετικών Αποφάσεων της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου προς νηφάλιον μελέτην, αγιοπατερικήν εμβάθυνσιν και ερμηνείαν, ανάλυσιν και αξιοποίησιν (λ.χ. Συνοδικές Επιτροπές Δογματικών και Νομοκανονικών Θεμάτων, Διορθοδόξων και Διαχριστιανικών Σχέσεων, Ποιμαντικού Έργου, Θείας Λατρείας, Τύπου κ.τ.λ.). Καθηκόντως, οι εισηγήσεις των ανωτέρω Συνοδικών οργάνων θα υποβληθούν ακολούθως στην Δ.Ι.Σ. η στην Ι.Σ.Ι. για τα περαιτέρω.
  1. Συνεργασία μετά των Θεολογικών Σχολών της ημεδαπής σε θέματα θεολογικής μελέτης των κειμένων και αξιοποιήσεως των αποτελεσμάτων της Αγίας και Μεγάλης Συν­όδου.
  2. Ενημέρωση σε επίπεδο Ιερών Μητροπόλεων πρωτίστως του εφημεριακού κλήρου, των μοναστικών αδελφοτήτων και των αμέσων συνεργατών μας, γενικώς περί της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου και των Αποφάσεων αυτής, και ειδικώς περί των σχετικών Αποφάσεων – Θέσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος, προς οικοδομήν και αποφυγήν παρερμηνειών. (Προσεκτική μελέτη και αξιοποίησις του σχετικού υλικού. Κείμενα, Εγκύκλιος – Μήνυμα, επιστημονικές μελέτες και αναλύσεις).
  3. Πληροφόρηση, ως ποιμαντικώς οφείλομεν, του πληρώματος της Εκκλησίας της Ελλάδος δι’ εκδόσεως ευσυνόπτου και σε κατανοητήν γλώσσαν Εγκυκλίου, ως έπραξεν ήδη η Εκκλησία της Κύπρου, προς οικοδομήν και υπεύθυνον ενημέρωσιν. (Έκδοσις, μερίμνη της Δ.Ι.Σ., του ενημερωτικού φυλλαδίου «Προς τον λαό»).
  4. Ανάπτυξη στους κύκλους συμμελέτης, κατηχητικές ομάδες, συνάξεις και ομιλίες των κατά τόπους Ιερών Μητροπόλεων της Εκκλησίας της Ελλάδος, του σκεπτικού, του έργου και των αποτελεσμάτων της Μεγάλης Συνόδου.
  5. Παρουσίαση εκπομπών από του Ρ/Σ της Εκκλησίας αναφορικώς προς την ιστορίαν, τους σκοπούς και τα αποτελέσματα για το Εκκλησιαστικόν Σώμα, της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. Προς τούτο θα ηδύναντο να αξιοποιηθούν Ιεράρχες, καθηγητές των Θεολογικών Σχολών, νηφάλιες και συγκροτημένες φωνές.
  6. Εμπλουτισμό της σχετικής επισήμου ιστοσελίδος της Εκκλησίας της Ελλάδος με τα ψηφισθέντα κείμενα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, μελέτες και σοβαρές αναλύσεις.
  7. Ανάθεση στην Συνοδική Επιτροπή επί των Διορθοδόξων και Διαχριστιανικών Σχέσεων σχηματισμού πλήρους και εμπεριστατωμένου αρχείου με παν ο,τι αφορά στην Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον».
  8. Τέλος, η Αγιωτάτη Εκκλησία μας θα ηδύνατο, μερίμνη και προνοία της Δ.Ι.Σ., να αναθέσει σε αρμοδίαν η και σε ειδικήν Συνοδικήν Επιτροπήν την σε βάθος μελέτην και θεολογικήν αποτίμησιν των εκκλησιολογικώς και θεολογικώς τεκμηριωμένων κειμένων που έχουν ήδη γραφεί και εμπεριέχουν είτε θετικές η και επιφυλακτικές θέσεις για τις Αποφάσεις της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. Οφείλομεν, ως υπεύθυνοι και φιλόστοργοι Ποιμένες, μετά μεγίστης προσοχής και ποιμαντικής ευαισθησίας να ακούωμεν όλες τις σοβαρές και εποικοδομητικές θέσεις. Το καταστάλαγμα αυτής της μελέτης, που θεωρώ ότι εκφράζει δυνατά ένα Συν­οδικόν ήθος και ποιότητα, μπορεί να βοηθήσει, καταλλήλως αξιοποιούμενον, ουσιαστικώς και την Αγιωτάτην Εκκλησίαν μας και την Πανορθόδοξον γενικώς».
Περαίνοντας την Εισήγησή του ο Σεβ. Μητροπολίτης Σερρών και Νιγρίτης κ. Θεολόγος ανέφερε χαρακτηριστικά: «Τελικώς, πολυσέβαστοι Πατέρες, η όποια αξιολογική, με εκκλησιολογικούς, αγιοπνευματικούς και ποιμαντικούς πάντοτε Όρους, προσέγγισις της εν Κολυμπαρίω Κρήτης συν­ελθούσης Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, επαφίεται στην νηφαλίως και αδεκάστως ενεργούσαν ιστορίαν και κυρίως στην εγρηγορούσαν και ένθεον συνείδησιν του εκκλησιαστικού Σώματος».
Ακολούθησε ευρύτατος διάλογος επί της Εισηγήσεως, κατά τον οποίο έλαβαν τον λόγο πολλοί Σεβασμιώτατοι Αρχιερείς».
Την επομένην ημέραν συνεχίσθη η συζήτησις και συμφώνως προς το Δελτίον Τύπου ομοφώνως ενεκρίθησαν προς υλοποίησιν αι ανωτέρω προτάσεις. Ως παρατηρεί οιοσδήποτε αι ανωτέρω προτάσεις αποτελούν δύο κατηγορίας: όσαι αφορούν εις την ενημέρωσιν και πληροφόρησιν του λαού και όσαι αφορούν εις την παραπομπήν των αποφάσεων εις διαφόρους επιτροπάς και θεσμούς, όπου και θα γίνη η ουσιαστική αξιολόγησις. Η κατακλείς του κειμένου είναι χαρακτηριστική, διότι η Ιεραρχία καλεί το ευσεβές πλήρωμα να αποτελέση τον τελικόν κριτήν, εάν δηλαδή θα αφομοιωθούν η θα παραμείνουν νεκραί, όπως ακριβώς εγεννήθησαν από τας μίτρας του Κολυμβαρίου.
Προσεχώς μνημόσυνον…
Οι τυπικά Ορθόδοξοι δεν έχουν δώσει ουδεμίαν σημασίαν εις το Κολυμβάρι, είναι δι’ αυτούς ανύπαρκτον. Οι συνειδητά Ορθόδοξοι το έχουν ήδη απορρίψει συλλήβδην. Επομένως η Ιεραρχία εξεφώνησε τον επικήδειον καθώς ένα ρητόν λέγει «Εάν θες να μη λυθή ποτέ ένα ζήτημα, παράπεμψέ το εις μίαν επιτροπήν» η ως μας είπεν ένας Αγιορείτης «μη ασχολείστε, σε μερικά χρόνια κανείς δεν θα τη θυμάται, θα έχη σβήσει από προσώπου γης»! Απλώς θα χρειασθούν ακόμη μερικά μνημόσυνα!…
το βρήκαμε εδώ

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)