Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2018

ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΟΣ - ΧΡΙΣΤΟΚΕΝΤΡΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΩΝ ΜΑΡΤΥΡΙΩΝ ΤΩΝ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΩΝ



*ΧΡΙΣΤΟΥ Θ. ΚΡΙΚΩΝΗ
Νεομάρτυρες από διακοσίων και πλέον ετών επεκράτησε να ονομάζονται εκείνοι που απέθνησκαν από τα μαρτύρια των Τούρκων, επειδή ομολογούσαν την πίστη τους στον Χριστόν και δεν εδέχοντο να αλλαξοπιστήσουν.

Επειδή όμως μαρτύρια και εξισλαμισμοί είχαν παρατηρηθή από του δωδεκάτου και δεκάτου τρίτου αιώνα και είχαν τον αυτόν φορέα, δηλαδή τον Τούρκο κατακτητή και τα αυτά αίτια, ήτοι τον θρησκευτικό φανατισμό, τη μισαλλοδοξία, το σωβινισμό και την απληστία των Τούρκων, γι' αυτό στον ελληνορθόδοξο χώρο Νεομάρτυρα είναι ορθότερα να ονομάζομε κάθε ομολογητή της πίστεως εις τον Χριστόν, ο οποίος υπέστη μαρτυρικό θάνατο από τους Τούρκους, όχι μόνο κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας από της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως του 1453, αλλά από τον δωδέκατο αιώνα και εντεύθεν.(1)

Οι Νεομάρτυρες συνεδύαζαν κυρίως δύο ιδιότητες, ήταν χριστιανοί και Έλληνες και συγχρόνως ήταν φορείς δύο παραδόσεων, της χριστιανικής ορθοδοξίας και της ελληνικής παραδόσεως, μέσα στις οποίες έζησαν, εβίωσαν τις πνευματικές αξίες τους, τις διεκήρυξαν και εμαρτύρησαν γι' αυτές. Άλλωστε έχει παρατηρηθεί ότι η επιβίωση ενός ατόμου ή ενός έθνους προκειμένου να αντιμετωπίσει τις σκληρές αυτές αντιξοότητες της ζωής πρέπει να διαπνέεται από ιδανικά και κάποια αξιόλογη πνευματική παράδοση, η οποία θα εμπνέει και θα δίνει ιδιαίτερο νόημα και περιεχόμενο στον αγώνα του και να δικαιολογεί τις οποιεσδήποτε οδυνηρές θυσίες στην πορεία της ζωής του. Η ελληνορθόδοξη χριστιανική παράδοση αποτελεί ιστορική πραγματικότητα, η οποία διεδραμάτισε σημαντικό και πρωταρχικό ρόλο στην ανάδειξη των Νεομαρτύρων.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία, υποθάλπουσα την αντίδραση στον θρησκευτικό φανατισμό ή σε οποιαδήποτε ηθική πίεση των μουσουλμάνων, υπέθαλπεν εμμέσως την αντίσταση του ελληνικού έθνους. Με τον τρόπο αυτό οι Νεομάρτυρες γίνονταν στην πραγματικότητα και εθνομάρτυρες, όρος ο οποίος χρησιμοποιείται κατά τους τελευταίους αιώνας κατ' αναλογίαν του όρου των Νεομαρτύρων. (2)

Και ενώ αμφότεροι, Νεομάρτυρες και Εθνομάρτυρες, συμπίπτουν χρονικά και υπέστησαν μαρτυρικό θάνατο μετά από σκληρά και απάνθρωπα βασανιστήρια από τους Τούρκους, όμως δεν πρέπει να συγχέονται, "δεδομένου ότι πολλοί εθνομάρτυρές μας υπήρξαν ορθόδοξοι κληρικοί και όλοι οι Νεομάρτυρές μας του ελληνικού χώρου Έλληνες", παρατηρεί ο καθηγητής Στ. Παπαδόπουλος(3). Αμφότεροι ήταν Έλληνες και χριστιανοί, η μεταξύ τους ειδοποιός διαφορά ήταν η συνείδησή τους.

Στους Νεομάρτυρες το κυριαρχούν στοιχείο στον αγώνα τους γενικότερα και στη στιγμή του μαρτυρικού θανάτου τους ειδικότερα ήταν η ομολογία της πίστεώς τους εις Χριστόν. Αυτό άλλωστε τους επέβαλε η θρησκευτική παράδοσή τους. ΟΙ Νεομάρτυρες ήταν συνήθως νέοι και απλοί άνθρωποι του λαού στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν κατώτεροι και ανώτεροι κληρικοί, οι οποίοι με τον μαρτυρικό τους θάνατο προκαλούσαν τη συγκίνηση στους ομοδόξους και επί πλέον τους ενεθάρρυναν να μείνουν σταθεροί στη χριστιανική ορθόδοξη πίστη τους.

Ενώ στους Εθνομάρτυρες, οι οποίοι αγωνίζονταν για την πατρίδα και την Ορθόδοξη πίστη τους, η αγάπη για την πατρίδα ήταν εκείνη που πρωταρχικά τους οδηγούσε στο μαρτύριο και στη θυσία τους, χωρίς να τους λείπει η πίστη εις τον Χριστόν, ούτε η διάθεση να πεθάνουν γι' αυτήν, όμως ο κύριος σκοπός και πρώτιστο έργο τους ήταν ο αγώνας για την απελευθέρωση της πατρίδος τους, παρά το γεγονός ότι αγωνίζονταν ταυτόχρονα για τη θρησκεία τους (4). Έτσι ατέλειωτη στρατιά ηρώων χριστιανών είχαν τάξει τους εαυτούς τους στην υπηρεσία του ελληνικού έθνους και της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Διαπιστώνεται δηλαδή ότι και οι Νεομάρτυρες και οι Εθνομάρτυρες ήταν στην κοινή συνείδηση μάρτυρες και ότι υπήρχαν σ'αυτούς η θρησκευτική και η εθνική - ελληνική παράδοση, στον καθένα όμως επεκρατούσεν η μία, η θρησκευτική για τους πρώτους, η ελληνική για τους δεύτερους (5). Η επιδειχθείσα ακλόνητη πίστη αμφοτέρων και η αποφασιστικότητά τους να αγωνισθούν και να θυσιασθούν χάριν των ανωτέρω ιδανικών προκαλούν βαθύτατη εντύπωση.

Ο αγώνας τους αυτός είχεν ως αποτέλεσμα να αναφανεί πλήθος Νεομαρτύρων, λαϊκών και κληρικών, οι οποίοι με την αυτοθυσία τους χάριν της πίστεώς τους εις Χριστόν - της θρησκείας και της πατρίδος την ελευθερία, αναδείχθηκαν αληθείς Νεομάρτυρες και Εθνομάρτυρες με το παράδειγμά τους δε, αναδείχθηκαν μοναδικοί εμψυχωτές των καταδυναστευομένων Ελλήνων χριστιανών.

Βέβαια τα μαρτύριά τους δεν ήταν μεμονωμένα περιστατικά απαντώμενα σε μερικές μόνο πόλεις ή νησιά, αλλά ήταν καθολικό φαινόμενο. Όμοια δηλαδή με αυτά που συνέβαιναν στην Κωνσταντινούπολη συνέβαιναν σε κάθε ελληνική περιοχή ή ορθότερα στο ελληνικό χριστιανικό στοιχείο κάθε περιοχής. Με την καθολικότητα του φαινομένου της αυτοθυσίας των λαϊκών και κληρικών για του Χριστού την πίστη και της πατρίδος την ελευθερία, αποδεικνύεται η ενιαία και αδιάσπαστη ελληνική ψυχική ενότητα. Θα ενόμιζε κανείς ότι οι Έλληνες δια μέσου των αιώνων είχαν ένα κοινό στόμα από το οποίο έβγαινε κραυγή ότι οι Έλληνες γεννήθηκαν χριστιανοί και ως Έλληνες χριστιανοί αποφασίζουν να πεθάνουν.

Κατά την μακρά περίοδο της τουρκικής δουλείας, κατά την οποία κυρίως και ανεδείχθησαν οι περισσότεροι Νεομάρτυρες, η Ορθόδοξη Εκκλησία και το υπόδουλο ελληνικό έθνος πέρασαν την κρισιμότερη καμπή της ιστορίας τους. Και αυτό γιατί κατά την περίοδο αυτή επανελήφθηκαν οι γνωστοί διωγμοί των ρωμαϊκών χρόνων σε βάρος των χριστιανών και εμφανίσθηκαν οι γνωστοί Νεομάρτυρες της πίστεως, θύματα της τουρκικής θηριωδίας.

Πρέπει να παρατηρηθεί ότι τα περισσότερα μαρτύρια προκαλούσαν όχι μόνο το γενικά παρατηρούμενο στους Νεομάρτυρες πνεύμα της αντιστάσεως εναντίον της βίας και της τυραννίας των Τούρκων, αλλά και ο βαθύς θρησκευτικός ζήλος και η σταθερή και ακλόνητη πίστη τους. Η ομολογία της πίστεως αυτής, η καταπληκτική εμμονή στην ορθόδοξη χριστιανική και ελληνική ιδιότητά τους, η υπομονή και η αξιοθαύμαστη καρτερικότητά τους στα απάνθρωπα βασανιστήρια καθώς και η ανεξικακία τους για τους διώκτες τους, σε συνδυασμό με τις θαυματουργικές ικανότητες τις οποίες διέθεταν, ήταν τα κυριότερα κοινά χαρακτηριστικά των Νεομαρτύρων. Οι περισσότεροι από τους μάρτυρες ονομάσθηκαν Νεομάρτυρες για την ακλόνητη πίστη τους ενώπιον των διωκτών τους και για τον μαρτυρικό θάνατο που υπέστησαν από αυτούς. Μερικοί μάλιστα από τους Νεομάρτυρες επεσκίαζαν κάποτε με τη φήμη τους τις αρετές και τα θαύματά τους, τους παλαιότερους μάρτυρες και αυτά προκαλούσαν την συρροή πιστών κάθε περιοχής της ελληνικής γης. Άλλωστε δεν υπήρξεν ελληνική περιοχή, η οποία να μή ανέδειξε τους Νεομάρτυρές της. Ο λαός παρακολουθούσε και συμμετείχε με πάθος στα μαρτύριά τους γιατί δεν ήταν μόνο αγωνιστές της πίστεως αλλά πολλοί ήταν και αγωνιστές της ελευθερίας της πατρίδος τους. Το πνεύμα αυτό της αυτοθυσίας των Νεομαρτύρων ετόνωνε το ηθικό του αγωνιζομένου υπόδουλου ελληνικού λαού και αποτελούσε παράδειγμα προς μίμηση.

Οι Νεομάρτυρες αυτοί ήταν τα συνήθη θύματα των Τούρκων, οι οποίοι με διάφορες προφάσεις και μεγάλες ευκολίες προέβαιναν αδιάκριτα σε θανατώσεις των χριστιανών Ελλήνων, άλλοτε γιατί ηρνούντο να αλλαξοπιστήσουν και άλλοτε για τις πιο απίθανες κατηγορίες, οι περισσότερες από τις οποίες ήταν καθαρά συκοφαντίες.

Τα μαρτυρολόγιά τους αποτελούσαν τις πιο διαδεδομένες " ψυχωφελείς" διηγήσεις, οι οποίες παρηγορούσαν και ενεθάρρυναν τον υπόδουλο ελληνικό λαό.

Τα λείψανα των Νεομαρτύρων ή τμήματά τους ή ακόμη και αντικείμενά τους, που με ζήλο συνήθως και με αδρά αμοιβή στους Τούρκους κατόρθωναν να αποκτήσουν οι Έλληνες, φυλάσσονταν ως κειμήλια σε ιερούς χώρους. Αυτά εχρησιμοποιούντο κατά καιρούς σε περιοδείες διαφόρων ελληνικών περιοχών για να θερμάνουν την πίστη των υποδούλων Ελλήνων και να τους δώσουν δύναμη για να αντιμετωπίσουν τους τυράννους κατακτητές.

Εδώ πρέπει να αναφερθή ότι, όπως είναι γνωστόν, οι Τούρκοι εστερούντο πολιτικής και κυρίως νομικής οργανώσεως και ως συνέπεια αυτού δεν ήταν δυνατόν να αναπτύξουν σαφή πολιτική και δικαστική θέση απέναντι των υποδούλων λαών. Είχαν, εξ άλλου, ανεπτυγμένη σε υψηλό βαθμό απέραντη μισαλλοδοξία και στυγνό θρησκευτικό φανατισμό και γι' αυτό προέβαιναν σε ποικίλες φρικαλεότητες και αφάνταστα μαρτύρια σε βάρος των χριστιανών, παρά το γεγονός ότι είχε εκδοθή το σχετικό Βεράτιο και είχε χορηγηθή από τον Μωάμεθ τον Πορθητή στον Γεννάδιο Σχολάριο, πρώτο πατριάρχη των χριστιανών μετά την άλωση.

Τρεις ήταν κυρίως οι βασικοί λόγοι που επέβαλαν την συμπεριφορά αυτή των Τούρκων και που αποτελούν και τα κύρια αίτια του εξισλαμισμού και τα αίτια του μαρτυρίου εκείνων που ηρνούντο να αλλαξοπιστήσουν, κατά τους ειδικούς μελετητές της ιστορίας της περιόδου αυτής. Και αυτοί που επέβαλαν τον εξισλαμισμό προέρχονταν:

α) Από τη θρησκευτική μωαμεθανική συνείδηση, σύμφωνα με την οποία οι Τούρκοι έπρεπε από τη μία να περιφρονούν τους άπιστους και από την άλλη με κάθε τρόπο, ακόμη και βίαια μέσα, έπρεπε να τους αναγκάζουν να δεχθούν τον Μωαμεθανισμόν, φθάνοντας μέχρι το μαρτύριο για όσους δεν εδέχοντο να εξισλαμισθούν (6). β) Από την εθνική συνείδηση των Τούρκων, κατά την οποία οι εξισλαμιζόμενοι υπόδουλοι Έλληνες γενόμενοι Τούρκοι, εμείωναν έτσι τον αριθμό των εθνικών αντιπάλων τους. Με τον εξισλαμισμό αυτό οι Τούρκοι "απεμάκρυναν αυτούς ου μόνον εκ της χριστιανικής των πίστεως, αλλά και της μετ' αυτής αρρήκτως συνδεδεμένης εθνικής των συνειδήσεως". (7)

γ) Από την οικονομικήν απληστίαν των Τούρκων οι οποίοι, γνωρίζοντες ότι οι χριστιανοί συνήθως δεν θα υποχωρούσαν στις πιέσεις για εξισλαμισμό και ότι θα οδηγούντο μετά την ομολογίαν της πίστεώς τους στο μαρτυρικό θάνατο, υπελόγιζαν να αρπάζουν όλα τα περιουσιακά στοιχεία των μαρτύρων.

Γι' αυτούς τους παραπάνω λόγους, έπρεπε ανάλογα με τις περιπτώσεις να εφευρίσκονται κάθε φορά διάφορα προσχήματα και αφορμές για να καλύπτουν τους πραγματικούς λόγους που παρακινούσαν τους Τούρκους στις ενέργειές τους αυτές.

Εξ άλλου είναι γνωστό ότι οι διάφορες αφορμές ήταν κατά κανόνα πάντοτε οι ίδιες και τις περισσότερες φορές - αν όχι πάντοτε -ήταν ψευδείς και ανυπόστατες σε βάρος των χριστιανών τακτική των Τούρκων γνωστή ως "αβανία". (8)

Έχει παρατηρηθεί ότι πολλές φορές τα αίτια και οι αφορμές που παρακινούσαν τους Τούρκους να επιβάλουν στους χριστιανούς -στους Νεομάρτυρες - τα πιο φρικτά μαρτύρια συμπλέκονται. Το βασικό πάντως, κατά τους ειδικούς μελετητές της περιόδου αυτής, ήταν κυρίως η μισαλλοδοξία και ο θρησκευτικός φανατισμός των Τούρκων, οι οποίοι, με διάφορα απάνθρωπα μέσα εξανάγκαζαν τους χριστιανούς να αρνηθούν τη χριστιανική Ορθόδοξη πίστη τους και να εξισλαμισθούν (9). Αρνούμενοι δε οι χριστιανοί να αλλαξοπιστήσουν, οδηγούντο ενώπιον Τούρκων ιεροδικαστών και χωρίς κάποια νομική διάταξη ή συγκεκριμένη διαδικασία "εδικάζοντο και κατεδικάζοντο" σε θάνατο με συνοπτική, θα λέγαμε, διαδικασία. Σ'αυτήν την περίπτωση ανήκει η πλειονότητα, αν όχι η ολότητα των κληρικών Νεομαρτύρων, αλλά και των λαϊκών τους εζητείτο η άρνηση της χριστιανικής Ορθόδοξης πίστεως και η ένταξή τους στον ισλαμισμό, προκειμένου να σώσουν τη ζωή τους.

Αυτούς τους μάρτυρες η Εκκλησία αναγνωρίζει, τιμά και ονομάζει Νεομάρτυρες για να διακρίνονται από τους μάρτυρες της αρχαίας Εκκλησίας.

Η θυσία των Νεομαρτύρων ήταν τόσο συγκλονιστικό γεγονός, ώστε συνετάρασσεν όλους τους χριστιανούς, παράλληλα δε τους ενίσχυεν απέναντι στην καταπιεστική συμπεριφορά των Τούρκων, και όσοι είχαν ευαισθησία σε θέματα πίστεως ενεδυναμούντο και ενεθαρρύνοντο να ομολογήσουν την πίστη τους εις Χριστόν.

Συνεπώς το γεγονός του μαρτυρίου, επειδή ήταν μεγαλειώδες, συγκλόνιζε όλους, αλλά δεν παρακινούσε όλους γι' αυτή τη δραστηριότητα. Οι Νεομάρτυρες ανεδεικνύοντο συχνότερα από τους Εθνομάρτυρες και αποτελούσαν το μόνιμο ισχυρό κίνητρο και τη συνεχή ενισχυτική δύναμη κατά τη μαύρη εκείνη περίοδο της δουλείας.

Η ενσυνείδητη θυσία των Νεομαρτύρων απέβη μοναδικό παράδειγμα προς μίμηση για εκείνους που ήταν διατεθειμένοι να ακολουθήσουν τη θυσία των Νεομαρτύρων.

Όπως άλλωστε είναι γνωστό, οποιαδήποτε μεγάλη θυσία και προσφορά έχει απαραιτήτως αγαθά αποτελέσματα και καλούς καρπούς. Στην περίπτωση των Νεομαρτύρων ήταν ευνοϊκότερη η μίμηση της θυσίας τους, γιατί σχεδόν σε όλες τις περιοχές του ελληνικού χώρου υπήρξαν Νεομάρτυρες, οι οποίοι εθυσιάζοντο για την ορθόδοξη πίστη τους και παράλληλα για την εθνική συνείδησή τους, ήτοι για την απελευθέρωση της πατρίδος τους. Η διαφορά εντοπίζεται μόνο ως προς τον τρόπο της θυσίας τους, αφού οι Νεομάρτυρες οδηγούντο οπωσδήποτε σε βέβαιο θάνατο, ενώ οι εθνομάρτυρες ηγωνίζοντο για να νικήσουν, να επιβιώσουν, προσφέροντες ενδεχομένως προς το σκοπό αυτό και την ίδια τη ζωή τους (10), όπως ο Κ. Παλαιολόγος κ.π.ά.

Ενδιαφέρουσα είναι η διαπίστωση ότι οι Νεομάρτυρες δεν ήταν οπωσδήποτε και Εθνομάρτυρες, γιατί με τη θυσία τους ομολογούσαν πρωτίστως την πίστη τους εις Χριστόν, γενόμενοι όμως έτσι και εμψυχωτές των Εθνομαρτύρων.

Και όπως χαρακτηριστικά παρατηρεί ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, η εμφάνιση των Νεομαρτύρων αναζωογονεί την κλονιζομένη πίστη των συγχρόνων χριστιανών, οι οποίοι βλέπουν και, κατά κάποιο τρόπο, ζουν και αυτοί τα μαρτύρια των Νεομαρτύρων. Ο Θεός οικονομεί κατά τέτοιο τρόπο τα πράγματα ώστε οι Νεομάρτυρες όχι μονο να επιβεβαιώνουν την ακράδαντη πίστη στον Τριαδικό Θεό με τα βασανιστήρια - μαρτύρια, αλλά και να επισφραγίζουν την όλη ορθόδοξη πίστη των χριστιανών με τον ίδιο μαρτυρικό θάνατό τους.

Σχετικά και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος επιβεβαιώνει τούτο λέγοντας: "δια τούτο και ανέμειξεν (ο Θεός) τω πλήθει τους αυτώ πιστεύοντας, ίνα μεταδώμεν αλλήλους της ημετέρας συνέσεως"

Τούτο μάλιστα εξαιρέτως εξοικονόμησεν ο Θεός να γίνει με τους Νεομάρτυρες οι οποίοι ανατραφέντες μεταξύ των αλλοπίστων, εκήρυξαν με μεγάλη παρρησία ότι η πίστη είναι απλανής και αληθινή και ομολόγησαν ότι ο Ιησούς Χριστός είναι Υιός του Θεού και Θεός αληθινός. Και την ομολογίαν τους αυτή εβεβαίωσαν όχι μόνο με το αίμα τους που έχυσαν, αλλά και με τα θαύματα που διενήργησε δι' αυτών η Χάρις του Θεού κατά το μαρτύριό τους και μετά την τελείωσή τους. Επί πλέον πολλοί Νεομάρτυρες εκήρυξαν στους αλλόπιστους την αλήθειαν του Ευαγγελίου, ανεξάρτητα από το πιο αποτέλεσμα είχε το κήρυγμά τους.

Οι Νεομάρτυρες εις την ιστορίαν της Εκκλησίας, δεν ήταν κατώτεροι των αρχαίων μαρτύρων, ούτε κατά την παρρησίαν τους ενώπιον των τυράννων, ούτε κατά την ομολογίαν της πίστεώς τους, ούτε κατά τα μαρτύρια και τα θαύματά τους, απλώς ήταν νεότεροι κατά το χρόνο του μαρτυρίου τους και όχι κατά τα μαρτύριά τους, κατά τα οποία είναι και αυτοί παλαιοί. Και ακόμη αγωνίσθηκαν εναντίον της μονοθεϊας των αλλοπίστων και όχι εναντίον της ειδωλολατρίας.

Η Αγία του Χριστού Εκκλησία δοξάζεται όχι μόνο με τους παλαιούς μάρτυρες αλλά και με τους καινούργιους, τους Νεομάρτυρες, και ως φιλόστοργος και φιλόπαις μητέρα χαίρεται και καυχιέται και για τα δύο παιδιά της. Και όπως η πνευματικώς γεννήσασα αυτούς Ορθόδοξη Εκκλησία είναι αγία και ευάρεστος στο Θεό, και ταμιούχος της θείας Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, έτσι κι αυτοί οι μάρτυρες είναι άγιοι και ευάρεστοι στο Θεό όποια είναι η μητέρα τέτοια είναι και τα παιδιά της και όποια τα παιδιά της τέτοια και η μητέρα τους όποιος ο καρπός τέτοιο και το δένδρο και όποια τα αιτιατά, τέτοια και τα αίτια (12).

Οι δοκιμασίες και τα άλλα κακά έχουν επιτραπεί από το Θεό στους πιστούς για να αποδειχθεί η υπομονή τους και η σταθερότητα της πίστεώς τους εις τον Χριστόν. Διότι η αγία ζωή τους γεννά και στερεώνει την Αγία Πίστη, αφού το ένα είναι συστατικό του άλλου, κατά τον Ιωάννη Χρυσόστομο. Ο ίδιος ο ιερός πατήρ παρατηρεί ότι "είναι προτιμότερον να υποφέρετε δια την αγάπην του Χριστού, αλλά και θαυμασιώτερον και ανώτερον από το να ανασταίνετε νεκρούς και να κάνετε θαύματα". Και τούτο γιατί στα θαύματα χρεώστες γίνονται οι θαυματουργούντες εις Χριστόν, ο οποίος τους έδωκε τη δύναμη να θαυματουργήσουν, ενώ στα παθήματα δια τον Χριστόν χρεώστης γίνεται ο ίδιος ο Χριστός για τους πάσχοντες χάριν αυτού, «εκεί μεν οφειλέτης ειμί, ενταύθα δε οφειλέτην έχω Χριστόν».

Κατά τον Γρηγόριον Θεολόγον «το μετά Χριστού πάσχειν και υπέρ Χριστού, του μετ' άλλων τρυφάν αιρετώτερον» (13).

Η μεγαλύτερη τιμή που γίνεται στους Νεομάρτυρες κατά τον Νικόδημον Αγιορείτη, είναι η μίμηση στο έργο του Χριστού και η υπομονή εις το μαρτύριο για το όνομα του Χριστού. "Τιμή μάρτυρος, μίμησις μάρτυρος" λέγει ο Χρυσόστομος. Έτσι ανταποκρίνεται καλύτερα στους λόγους του Κυρίου "ος δ'αν απολέση την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού, ευρήσει αυτήν" (14).

Και αν ο Θεάνθρωπος έγινε μάρτυρας της θεότητος του Υιού του εις τον Ιορδάνην και το όρος Θαβώρ, πόσο πιο σημαντικό και άξιο κάθε θυσίας είναι το μαρτύριο του πιστού για την Αγία Τριάδα και για την αγάπη και πίστη εις Χριστόν "γίνεσθέ μοι μάρτυρες και εγώ μάρτυς λέγει Κύριος ο Θεός" (15).

Οι Νεομάρτυρες με το μαρτύριό τους απέδειξαν έμπρακτα την τελεία πίστη και αγάπη τους στον Τριαδικό Θεό, και με το αίμα του μαρτυρικού θανάτου τους ευαρέστησαν το Χριστό, εξέπληξαν τους αγγέλους, εύφραναν τους αγίους, εταπείνωσαν τους δαίμονες, ελύπησαν τους αλλόπιστους, παρηγόρησαν τους εν θλίψει αδελφούς, εχαροποίησαν την Εκκλησία του Χριστού, η οποία στερεώθηκε με το αίμα τους και γι' αυτό η Εκκλησία στεφανώνει και τιμά τη μνήμη τους, κατά τον Νικόδημο τον Αγιορείτη (16).

Οι Νεομάρτυρες, αν και ανήκουν στο συνήθη τύπο των χριστιανών, παρουσίαζαν ακέραιο χαρακτήρα, εκκλησιαστικό φρόνημα, πίστη σταθερή στον Τριαδικό Θεό και ιδίως στον Χριστό. Επεδείκνυαν αξιοθαύμαστη ευψυχία τόσο κατά τη διάρκεια των εξαντλητικών ανακρίσεων ενώπιον των ανακριτών τους όσο και καρτερικότητα κατά τη διάρκεια των σκληρών βασανιστηρίων τους, τα οποία προκαλούσαν το θαυμασμό των λοιπών χριστιανών. Η παρρησία και η σταθερότητα αυτή των Νεομαρτύρων προέρχεται βασικά από τη βαθειά και ακλόνητη πίστη τους στον Χριστόν. Γιατί θεωρούσαν ότι η πίστη τους στον Χριστόν για την οποίαν οδηγούντο στο μαρτύριο ήταν το σπουδαιότερο και πλουσιότερο αγαθό και ότι η υψίστη τιμή και δόξα τους ήταν η μέλλουσα εν Χριστό ζωή. Αποκορύφωμα δε της παρρησίας και της σταθερότητος της πίστεώς τους ήταν η περιφρόνηση που επεδείκνυαν για το μαρτύριό τους και η προσδοκία αποκτήσεως της αιωνίου ζωής (17). Αρκετοί από τους Νεομάρτυρες μετά το μαρτυρικό τους θάνατο τιμήθηκαν ως άγιοι από την Εκκλησία...

Λόγω ακριβώς της ομολογίας του ονόματος του Χριστού, αλλά και της προσφοράς του αίματός τους χάριν του Χριστού, το Μαρτύριο των Νεομαρτύρων έχει Χριστοκεντρικό χαρακτήρα. Οι Νεομάρτυρες της πίστεως φέρουν τον ονειδισμό του Χριστού, περιφρονούν τη φιλία του κόσμου αυτού, γίνονται μισητοί ακόμη και από τους οικείους τους για να ακολουθήσουν την μαρτυρική πορεία, που θα τους οδηγήσει στο θάνατο για να κερδίσουν το Χριστό, σύμφωνα με το "πάντες οι μαρτυρήσαντες ετελειώθησαν δια της εις Χριστόν πίστεως και εβάστασαν τον ονειδισμόν του Χριστού". Εξ άλλου ο ιερός υμνογράφος θαυμάζοντας το μαρτύριο των Νεομαρτύρων δια την αγάπην του Χριστού αναφωνεί «ου διωγμός, ου λιμός, ου γυμνότης, ου κίνδυνος, ουδέ θάνατος όλους τους θείους αθλοφόρους της αγάπης του Χριστού διεχώρισεν» (18\ εφ' όσον όλοι «οι θέλοντες ευσεβώς ζην εν Χριστώ Ιησού διωχθήσονται» (19).

Η πίστη εις Χριστόν, κατά ταύτα, αποτελεί τον βασικό λόγο του μαρτυρίου, το οποίο χορηγείται ως προνόμιο στους εκλεκτούς και αποτελεί την υψηλότερη έκφραση της υπακοής στον Θεό' ο μάρτυρας ζει το μαρτύριο ως καθημερινό βίωμα, παραδίδοντας τον εαυτό του εις θάνατον δια τον Χριστόν. Ο μαρτυρικός θάνατος του Νεομάρτυρα είναι η επισφράγιση και η μεγαλειώδης έκφραση του αναιμάκτου μαρτυρίου' για την αγάπη και την πίστη του στον Χριστό υπομένει χαίρων «δεσμωτήρια και δεσμά και συκοφαντίας και εξορίας και άλλας ταλαιπωρίας απάσας» (20).   Ο μαρτυρικός θάνατος αναβιβάζει τον μάρτυρα στο αγγελικό αξίωμα, ανοίγει τις πύλες του ουρανόύ στην ένδοξη τελείωση ενώπιον του Θεού.

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης ερμηνεύοντας τον μακαρισμό των "δεδιωγμένων" παρατηρεί ότι "ιδού το πέρας των κατά Θεόν αγώνων, το των πόνων γέρας, το των ιδρώτων έπαθλον, το της εν ουρανοίς βασιλείας αξιωθήναι... διωχθώμεν ίνα δράμωμεν... προς το βραβείον ημών της άνω κλήσεως ο δρόμος έστω ' τι το βραβείον: Τις ο στέφανος; Ου μοι δοκεί άλλο τι είναι παρ' αυτόν τον Κύριον... Αυτός γαρ έστι και αγωνοθέτης των αθλουμένων και στέφανος των νικώντων" (21). Η μεγαλειώδης στάση των χριστιανών μαρτύρων ενώπιον των διωκτών τους εκφράζεται επίσης κατά τρόπο χαρακτηριστικό με τα όσα λέγονται στην προς Διόγνητον επιστολή " Αγαπώσι πάντας και υπό πάντων διώκονται... Αγνοούνται και κατακρίνονται ' θανατούνται και ζωοποιούνται. Πτωχεύουσι και πλουτίζουσι πολλούς... Ατιμούνται και εν ταις ατιμίαις δοξάζονται βλασφημούνται και δικαιούνται. Λοιδορούνται και ευλογούσι... Αγαθοποιούντες ως κακοί κολάζονται κολαζόμενοι, χαίρουσι ως ζωοποιούμενοι. Υπό Ιουδαίων ως αλλόφυλοι πολεμούνται και υπό Ελλήνων διώκονται και την αιτίαν της έχθρας ειπείν οι μισούντες ουκ έχουσιν" (22).

Το μαρτύριο του κάθε μάρτυρα προϋποθέτει απαρασάλευτο εμμονή στην ορθόδοξο πίστη, θαρραλέα ομολογία ενώπιον των διωκτών και διαπρύσια διακήρυξη της αληθείας του Χριστού, για να έχει εφαρμογή ο λόγος του Κυρίου "ο μάρτυς μου ο πιστός" (23). Άλλωστε φωτοστέφανος μαρτυρίου δεν είναι δυνατόν να κοσμεί κεφαλήν ψευδομάρτυρα αιρετικού ή μή χριστιανού.

Αληθινοί μάρτυρες αναδεικνύονται μόνον εντός της Εκκλησίας, η οποία ως ταμιούχος της αλήθειας και της θείας Χάριτος απεργάζεται τους αγίους και έτσι η έννοια του μαρτυρίου συνδέεται στενά με την έννοια της αγιότητος. Κανείς δεν μπορεί να ανακηρυχθεί γνήσιος μάρτυρας παρά μόνον εντός της Εκκλησίας από την οποία προέρχονται μάρτυρες πιστοί και αληθινοί.

Χαρακτηριστικά γνωρίσματα της Εκκλησίας του Αρχιμάρτυρα Χριστού είναι το μαρτύριο και η αγιότητα. Πολύ ενδιαφέρονται είναι τα όσα λέγει ο μάρτυρας της Εκκλησίας Κυπριανός' "Martyr esse nonpotest, qui in Ecclesia non est" (δεν μπορεί να είναι μάρτυρας αυτός που δεν ανήκει στην Εκκλησία)(24).

Σχετικά είναι επίσης και τα όσα αναφέρει ο Ωριγένης, ο οποίος δέχεται ότι μάρτυρες αναδεικνύονται τα μέλη της Εκκλησίας, τα οποία "προτίθενται υπέρ ευσεβείας αποθνήσκειν προτιμώντες τον μετ' ευσεβείας θάνατον του μετά ασεβείας ζήν" (25). Ανάλογα παρατηρεί και ο Άγιος Αυγουστίνος, λέγων ότι "δεν είναι γνήσιοι μάρτυρες όσοι (αιρετικοί) δεν έχυσαν το αίμα τους υπέρ της ορθής πίστεως" (26).

Και από της απόψεως αυτής η Εκκλησία τιμά και αναγνωρίζει μόνον όσους εμαρτύρησαν εντός της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η οποία προκαθήμενη της αληθείας, προβάλλει στενά συνδεδεμένη με το μαρτύριο και δεν νοείται χωρίς το πλήθος των αγίων και ενδόξων μαρτύρων. Το μαρτύριο υπέρ του ονόματος του Χριστού είναι το ύψιστο προνόμιο της Εκκλησίας, η οποία διωκομένη αναδεικνύει πλήθος καλλινίκων μαρτύρων, και δεν νοείται εκτός της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Γι' αυτό και η Εκκλησία δεν αναγνωρίζει καμμμία εκδήλωση τιμής στους λεγομένους μάρτυρας των αιρετικών, τους οποίους χαρακτηρίζει "αλλοτρίους του Θεού" (27), εφ' όσον αρνούνται τον Χριστόν στην πίστη του οποίου αναδεικνύονται οι πραγματικοί μάρτυρες, γι' αυτό και δικαιούνται τιμής.

Ο ιερός Χρυσόστομος τονίζει ότι καμμία κοινωνία δεν μπορεί να υπάρχει με τους αιρετικούς ούτε στη ζωή ούτε μετά θάνατον' ακόμη και οι τάφοι των ορθοδόξων πρέπει να απέχουν εκ του "πονηρού γειτονήματος" των αιρετικών (28), αφού το μαρτύριο στον έξω της Εκκλησίας κόσμο είναι ανύπαρκτο.

Στην πατερική γραμματεία υπάρχει πληθώρα αναφορών με τις οποίες ο μαρτυρικός θάνατος των αιρετικών δεν αναγνωρίζεται ως μαρτύριο, ενώ των εθνικών χαρακτηρίζεται ως "θάνατος κενός" (29).

Γι' αυτό οι οποιεσδήποτε θρησκείες του κόσμου, τα ποικίλα φιλοσοφικά συστήματα και οι διάφορες ιδεολογίες δεν προσφέρονται ως χώροι αναδείξεως μαρτύρων. Μπορεί οι ήρωες και οι πρωτοπόροι των ποικίλων ιδεολογιών να θαυμάζονται από τους οπαδούς τους, όμως δεν μπορούν να αναγνωρίζονται και να τιμώνται ως μάρτυρες από την Εκκλησία, δεδομένου ότι δεν απέθαναν για την πίστη τους στον Εσταυρωμένο Χριστό και ούτε ομολόγησαν Αυτόν.

Έτσι το μαρτύριο είναι ανύπαρκτον εκτός της Εκκλησίας και συνδέεται στενά μόνο με τους διωγμούς εναντίον των πιστών του Χριστού και την ομολογία και τον μαρτυρικό θάνατό τους για τον Χριστόν.

Κατά την πατερική θεολογία το μαρτύριο εμπνέεται από την σταυρική θυσία του Κυρίου, χάριν του οποίου οι μάρτυρες καταφρονούν τον θάνατον.

Εκατομμύρια μαρτύρων για την πίστη τους στο Χριστό αναφέρεται ότι υπάρχουν ακόμη και σήμερα από άθεα ή αντορθόδοξα καθεστώτα, ενώ κανείς δεν αναφέρεται να απέθανε π.χ. για τη φιλοσοφία του Σωκράτη. Σχετικά ο φιλόσοφος και μάρτυρας Ιουστίνος αναφέρει χαρακτηριστικά ότι ο θάνατος του Σωκράτη, ο οποίος προκάλεσε το θαυμασμό όλου του κόσμου και έγινε υπέρ μιας ανθρώπινης φιλοσοφικής ιδεολογίας, με κανένα τρόπο δεν μπορεί να παραβληθεί προς το μεγαλείο της σταυρικής θυσίας και του μαρτυρικού θανάτου του θεανθρώπου Ιησού Χριστού. Και τούτο, γιατί στερείται του στοιχείου της ομολογίας της χριστιανικής αληθείας και της αγιότητος, στοιχεία που χαρακτηρίζουν τον αληθινό μάρτυρα του Χριστού.

Και σαν συνέπεια αυτού κανένας άνθρωπος δεν πείσθηκε από τον Σωκράτη να πεθάνει για τη διδασκαλία του, πλην του ιδίου, ενώ για τη διδασκαλία του Θεανθρώπου και την πίστη στην αποκαλυφθείσα αλήθεια του Χριστού όχι μόνο φιλόσοφοι, φιλόλογοι και διάφοροι επιστήμονες άλλων ειδικοτήτων επείσθησαν, αλλά και εκατομμύρια απλοϊκοί άνθρωποι, χειροτέχνες και εργάτες και λοιποί ιδιώτες περιφρόνησαν τιμές, αγνόησαν δόξα και αδιαφόρησαν ακόμη και για το θάνατο (30).

Η προσφερόμενη θυσία για τον Υιόν του ανθρώπου παραμένει ασύγκριτη έναντι κάθε άλλης ευγενικής θυσίας, γιατί η μαρτυρία του μάρτυρα προϋποθέτει τη μαρτυρία Εκείνου, ο οποίος " εις τούτο γεγέννηται και εις τούτο ελήλυθεν εις τον κόσμον, ίνα μαρτυρήση τη αληθεία" (31). Κατά την πατερική θεολογία συνεπώς το μαρτύριο εμπνέεται από τη σταυρική θυσία του Χριστού, χάριν του οποίου οι μάρτυρες καταφρονούν τον θάνατον.

Μετά το σταυρικό θάνατο του Αρχιμάρτυρα Χριστού αναδεικνύονται μυριάδες μαρτύρων της πίστεώς τους σ'αυτόν. Γι' αυτό και η Εκκλησία ψάλλει "παθών εκουσίως, Μαρτύρων θεία στρατεύματα, πίστει, εναθλείν παρεσκεύασεν" (32). Οι θλίψεις των διωγμών και τα μαρτύρια είναι ο ιερός κλήρος των πιστών εις Χριστόν (33).

Οι χριστιανοί μάρτυρες, στοιχούντες εις την θείαν εντολήν θυσιάζονται και χωρίς να προβάλλουν άμυναν εναντίον των διωκτών τους, ομολογούν "ένεκα σου θανατούμεθα όλην την ημέραν, ελογίσθημεν ως πρόβατα σφαγής" (34).

Έτσι οι μάρτυρες της Ορθοδόξου πίστεως προσφέρουν τη ζωή τους υπέρ της "καλής ομολογίας", ακολουθούντες το παράδειγμα του Κυρίου ο οποίος πρώτος "εμαρτύρησε την καλήν ομολογίαν" την οποίαν διεκήρυξε πριν από τη σταυρική θυσία και αυτή ήταν ότι ήλθε στον κόσμο για να "μαρτυρήση τη αληθεία" (35).

Η " καλή ομολογία" των μαρτύρων για την εν Χριστώ αποκαλυφθείσα αλήθεια εμπεριέχεται στην ομολογιακή φράση " χριστιανός ειμί" και εσήμαινε σταθερή πίστη στον Χριστό και αμετακίνητη εμμονή στα δόγματα της Εκκλησίας είχε δε ως αποτέλεσμα τον "εν φόνω μαχαίρας" θάνατον (36).

Από τη θεολογία του μαρτυρίου συνάγεται ότι δεν μπορεί να υπάρξει αληθινός μάρτυρας χωρίς τη συνεχή "καλή ομολογία" η ζωή του πραγματικού πιστού είναι μια συνεχόμενη μεγάλη ομολογιακή πορεία, που ίσως συχνά καταλήγει στο μαρτύριο του αίματος (37).

Κατά τους μεταγενέστερους μάλιστα χρόνους, η ομολογία " χριστιανός είμι" αποδίδεται από τους Νεομάρτυρες με ανάλογη φράση "Εγώ χριστιανός γεννήθηκα και χριστιανός θέλω να πεθάνω". Στις δελεαστικές προτάσεις των αντιχρίστων Μωαμεθανών, οι Νεομάρτυρες ακολουθούντες τους αθλητές των κατακομβών της αρχαίας Εκκλησίας επαναλαμβάνουν τη γνώριμη απαίτηση "τον Ιησού μου θέλω". "Εγώ τον Ιησού μου δεν τον αρνούμαι, χριστιανός γεννήθηκα, χριστιανός θέλω να πεθάνω... Χριστιανός, χριστιανός, χριστιανός" (38). Οι μάρτυρες ενώπιον των διωκτών τους δεν αναφέρονταν ούτε στο αξίωμά τους, ούτε στις γνώσεις και τη σοφία τους' δεν πρόβαλαν αντίσταση στη βία των διωκτών τους, εστέκοντο άοπλοι απέναντί τους και δεν ικανοποιούσαν καμμιά περιέργεια των ανακριτών τους. Έμεναν σταθεροί στην ομολογία τους αποβλέποντες στην ουράνιο πορεία τους, διώκοντες "το βραβείον της άνω κλήσεως". Έδιναν στερεότυπα την υπέρ του Χριστού ομολογία "χριστιανός είμι" και αποδεικνύονταν μεγαλοφωνότατοι κήρυκες της πίστεως με την προσφορά του αίματός τους (39). Και αυτή η ομολογία αντηχεί από εκατομμύρια ομοδόξων αδελφών σε κάθε γωνιά της γής, όπου συνεχίζονται ακόμη και σήμερα απηνείς διωγμοί από τους εχθρούς της Ορθοδοξίας. Αυτήν την ομολογιακή πορεία υπέρ του Ιησού Χριστού επορεύθησαν όλοι οι Νεομάρτυρες, πρόγονοι των σημερινών Ελλήνων, με επικεφαλής τον άγιον Νεομάρτυρα και Ιερομάρτυρα Πατριάρχη Γρηγόριο Ε', το μαρτύριο του οποίου συνεδέθη με την εθνικη παλιγγενεσία. Η αρνητική απάντηση του Πατριάρχη στις θρασύτατες προτάσεις των αξιωματούχων Τούρκων να δεχθεί τον ισλαμισμόν για να γλυτώσει τη θανατική καταδίκη ήταν, όπως άρμοζε σε ορθόδοξο Έλληνα ιεράρχη' "μάταιοι οι λόγοι σας, κάμετε το έργο σας, ο Πατριάρχης των χριστιανών αποθνήσκει μόνο χριστιανός" (40) και έτσι οδηγήθηκε στο ικρίωμα για να υποστεί τον δι' αγχόνης θάνατον.

Η μαρτυρική αυτή ομολογία αντηχεί ως παγκόσμιο και παγχριστιανικό κήρυγμα αληθείας, παρρησίας και ελέγχου σ' όλο τον χριστιανικό και μη κόσμο Ανατολής και Δύσης.

Η θυσία των Νεομαρτύρων για την Ορθόδοξη πίστη πρέπει να αποτελεί δίδαγμα για όλους τους μεταγενέστερους και σύγχρονους Έλληνες. Ιδιαίτερα σήμερα προβάλλεται άμεση η ανάγκη να αναφανούν και αναφερθούν νεοφανείς καλλίνικοι μάρτυρες της Ορθοδοξίας οι οποίοι ακολουθούντες την οδόν της τελειώσεως του εσταυρωμένου Χριστού, αναδεικνύονται "άγγελοι" και "πάρεδροι Χριστού" και "θείας φύσεως κοινωνοί" (41).

Την ισόβια και μόνιμη ομολογία του ονόματος του Ιησού Χριστού καλούμεθα από τον Ιωάννη Χρυσόστομο να ακολουθήσομε όλοι με τις φράσεις του "Μετά παρρησίας την πίστιν ομολογώμεν... άπαντα μετά πολλής της σοφίας και της παρρησίας τα των χριστιανών ανυμνώμεν... μη δια ρημάτων δε μόνον, αλλά και των δια πραγμάτων αυτών τούτο ποιώμεν και βίον άξιον της ομολογίας διά πάντων τον Δεσπότην ημών δοξάζοντες απολαύσωμεν και της ενταύθα και της εκεί τιμής... " (42).




Βιβλιογραφία:

1. Βλ. σχετικά έργα Νικοδήμου του Αγιορείτου. "Νέον Μαρτυρολόγιον". Αθήναι 1961, και Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου. Οι Νεομάρτυρες, Αθήναι31970, Ι. Περαντώνη "Λεξικόν Νεομαρτύρων". τ. 1-3. Αθήναι 1972, Στ. Παπαδόπουλου, Οι Νεομάρτυρες και το δούλον γένος, Αθήνα1 974, σ. 24-28, Χρ. Κρικώνη, Η Ορθόδοξος Εκκλησία πρωταγωνιστής της εθνεγερσίας του 1821, Κληρικοί Νεομάρτυρες -Εθνομάρτυρες, Θεσσαλονίκη 1991, σ. 71ε και Σπ. Μπιλάλη, Οι μάρτυρες της Ορθοδοξίας, τ. Α'. Η θεολογία του Μαρτυρίου, Αθήναι 1973. σ. 16-17κ.α.

2. Στ. Παπαδόπουλου. Οι Νεομάρτυρες... σ. 21-23

3. Του αυτού, Οι Νεομάρτυρες... σ. 28

4. ΣΤ. Παπαδόπουλου, Οι Νεομάρτυρες... σ.29-31

5. Του αυτού, Οι Νεομάρτυρες... σ. 21-23

6. Στ. Παπαδόπουλου. ΟΙ Νεομάρτυρες... σ. 50. Πρβλ. Β. Στεφανίδου, Εκκλ. Ιστορία, Αθήναι 3 1959, σ. 691, Κ. Αμάντου. Σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων από του ενδεκάτου αιώνος μέχρι του 1821, τ. Α', Αθήναι 1956, σ. 162.

7. Α. Φυτράκη, Οι ήρωες της χριστιανικής πίστεως κατά τους χρόνους της Τουρκικής δουλείας "Ορθόδοξος Επιστασία" 2 (1956) 29.

8. Στ. Παπαδοπούλου. Οι Νεομάρτυρες... σ. 54 και Χρ. Κρικώνη μν. εργ. σ. 82.

9. Βλ. Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, Οι Νεομάρτυρες... σ. 24. Του Αυτού. Η Ορθόδοξος Ανατολική Εκκλησία, Αθήναι 1954, σ. 114-115. Ι. Περαντώνη, Τα αίτια και αι αφορμαί του μαρτυρίου των Νεομαρτύρων, Θεολογία 42 (1971) 129 ε., Ι. Αναστασίου, Σχεδίασμα περί Νεομαρτύρων, "ΜΝΗΜΗ 1821", Θεσσαλονίκη 1971, σ. 11, 15,21,26, Χρ. Κρικώνη, Η συμβολή του κλήρου της Εκκλησίας εις τους απελευθερωτικούς αγώνες του ελληνικού Έθνους, "ΜΝΗΜΗ 1821", Θεσσαλονίκη 1971, σ. 167 ε.

10. Βλ. Στ. Παπαδόπουλου, Οι Νεομάρτυρες... σ. 90-93. Χρ. Κρικώνη, μν. εργ. σ. 107-108

11. Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εις το κατά Ματθαίον, ομιλ. μστ. PG 58.478.

12. Βλ. Νικοδήμου Αγιορείτου, Νέον Μαρτυρολόγιον ... σ. 12-14

13. Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος ΜΕ', Εις το Πάσχα, κγ', PG 36, 656C

14. Μτ. 16,25

15. Ησ. 43,10

16. Νικοδήμου Αγιορείτου, Νέον Μαρτυρολόγιον... σ. 17-25. Βλ. Χρ. Κρικώνη, μν. έργ., σ. 118-119

17. Βλ. Ι. Αναστασίου, Σχεδίασμα περί των Νεομαρτύρων... σ. 27-28. Για την πορεία που ακολουθούσε το μαρτύριο, βλ. σχετικά: Τα Μαρτύρια των αρχαίων Χριστιανών, Εισαγωγαί, κείμενον, μετάφρασις, σχόλια, υπό Π. Χρήστου ΕΠΕ, Θεσσαλονίκη 1978, σ. 21-24.

18 Παρακλητική, Παρασκευή πρωί. Κανών σταυρώσιμος. Ωδή στ' Μαρτυρικά.

19. Β' Τιμ. 3.12.

20. Ιωάννου Χρυσοστόμου. Ερμηνεία εις την προς Ρωμαίους Επιστολήν, ομιλ. ιε'. 3, PG 60.549.

21. Γρηγορίου Νύσσης, Εις τους Μακαρισμούς, Λογ. Η', PG 44, 129C, 1300B, 1301B. Πρβλ. Ιωάννου Χρυσοστόμου. Υπόμνημα εις τον Άγιον Ματθαίον, τον Ευαγγελιστήν, Ομιλ. ιε', 4 PG 57, 228.

22. Προς Διόγνητον Επιστολή. 5, 11-18, ΒΕΠ 2. 253.

23. Απ. 2.13.

24. Κυπριανού, De Ecclesia Catholica Unitate, 14, PL 4, 526. De Lapsi, 18. PL 4. 495.

25. Ωριγένους, Εις Μαρτύριον Προτρεπτικός, V, ΒΕΠ 9. 37.

26. Αυγουστίνου, Serm. 326. 2, PL 38, 1448 και 328, 4, PL 38, 1453, Βλ. και Α. Φυτράκη, Αι αντιδράσεις κατά της τιμής των αγίων εν τη αρχαία Εκκλησία και τα αίτια αυτών , ΕΕΘΣΠΑ. Αθήναι 1956, σ. 188­189.

27. ΑΔ' Κανών της εν Λαοδικεία Συνόδου. "Ότι ου δει πάντα χριστιανόν εγκαταλείπειν μάρτυρα Χριστού και απιέναι προς τους ψευδομάρτυρας τουτέστιν αιρετικών, ή αυτούς προς τους προειρημένους αιρετικούς γενομένους ούτοι αλλότριοι του Θεού τυγχάνουσι. Έστωσαν ουν αναθεμα οι απερχόμενοι προς αυτούς". Βλ. και Θ' Κανόνα της ιδίας Συνόδου. Βλ. και Ωριγένους, Σχόλια εις Ματθαίον, 38.

28. Ιω. Χρυσοστόμου. Εις την ανάληψιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού... 1, PG 50, 443.

29. Κλήμεντος Αλεξανδρέως, Στρωματείς, Δ. 4. ΒΕΠ 8. 56-57. Επίσης Ευσεβίου Καισαρείας, Αποσπάσματα εκ των Χρονικών Β' (Χρονικός Κανών), ΒΕΠ 20. 301. Μ.Αθανασίου. Βίος και Πολιτεία του Οσίου Αντωνίου, 79, ΒΕΠ 3. 49.

30. Ιουστίνου Απολογία Β'. Χ. 8, ΒΕΠ 3, 205 και Αποκ. 2. 10.

31. Ιω. 18.37.

32. Μηναίον Οκτωβρίου, 12 Κανών και Αγίων. Ωδή α'.

33. Βλ. Μακαρίου Αιγυπτίου. Ομιλίαι Πνευματικαί, Ομιλ. ΙΕ'. 11-12, ΒΕΠ 41, 220, 221.

34. Ψαλμ. μγ. 23 Βλ. και Ωριγένους, Κατά Κέλσου, Γ' 7, ΒΕΠ 9, 186, Μ. Αθανασίου, Περί Ενανθρωπήσεως,  27 και Τερτυλιανού,  Ad Scapulam 50. Πρβλ. και Νεκταρίου Χατζημιχάλη, ΑΡχ. (νυν Μητροπολ.) Ορθοδοξία, Μαρτύριο, Ιεραποστολή, Θεσσαλονίκη 1964, σ. 9-10 κ.α.

35. Ιω. 19.37.

36. Εβρ. 11. 37, και Ιω. Χρυσοστόμου, Ομιλ. εγκωμιαστική, Εις τον άγιον μάρτυρα Λουκιανόν, 3, PG 50, 524 και 525.

37. Σπ. Μπιλάλη, Οι Μάρτυρες της Ορθοδοξίας, σ. 155-157.

38. Νικοδήμου Αγιορείτου, Νέον Μαρτυρολόγιον ... σ. 234. 235.

39. Βλ. σχετικά Τα Μαρτύρια των αρχαίων Χριστιανών... σ. 21-22 και Ιερωνύμου Κοτσώνη. Το ενθουσιαστικόν στοιχείον εις την Εκκλησίαν των μαρτύρων, Αθήναι 1952, σ. 11-12, για τις γραπτές πηγές των μαρτύρων.

40. Βλ. Κ. Οικονόμου, Λόγοι Εκκλησιαστικοί, προτρεπτικοί προς Έλληνας, εν Βερολίνω, 1833, σ. 139. Σπ. Μπιλάλη, Οι μάρτυρες της Ορθοδοξίας... , σ. 160, και Θ. Σιμοπούλου, Αρχιμ., Μάρτυρες και αγωνισταί Ιεράρχαι της ελληνικής εθνεγερσίας, 1821-1829, Αθήνα 1971, σ. 137.

41. Β' Πέτρου, 1, 4 και Αποκ. 2, 10 βλ. και Χρ. Κρικώνη, Η Ορθόδοξος Εκκλησία... , σ. 122.

42. Ιω. Χρυσοστόμου. Ομιλία εγκωμιαστική, Εις τον άγιον μάρτυρα Λουκιανόν, 3 PG 50 526.
  
*ΧΡΙΣΤΟΥ Θ. ΚΡΙΚΩΝΗ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ,
ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΕΝΩΣΕΩΣ ΘΕΟΛΟΓΩΝ Β. ΕΛΛΑΔΟΣ

στο Συνέδριο για τους Έλληνες Νεομάρτυρες 1453 - 1821 που έγινε το Λιδωρίκι, 29-30 Μαΐου 1997
Το ειδαμε εδώ

Τρίτη, 5 Δεκεμβρίου 2017

Ἡ ἀναγνώριση τοῦ βαπτίσματος τῶν ἑτερόδοξων ὡς βάση, μιᾶς νέας ἐκκλησιολογίας

«Βαπτισματική Ἑνότητα» καί ἡ Πανορθόδοξος Σύνοδος
                                                                                                                                                                                                                                                 πρωτοπρεσβυτέρου Πέτρου Ἄλμπαν Χίρς
Ἡ ἐκ μέρους τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας κατανόηση τοῦ ἑτεροδόξου βαπτίσματος πηγάζει καί καθορίζεται ἀπό τήν ἐπίγνωση τῆς ὕπαρξής της ὡς τῆς «μιᾶς, ἁγίας, καθολικῆς καί ἀποστολικῆς ἐκκλησίας», πού ἀποκλειστικά τελεῖ τό ἕνα βάπτισμα στόν θάνατο καί στήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Καί αὐτό ἐπειδή «σημαίνεται ἡ Ἐκκλησία ἐν τοῖς μυστηρίοις».[1] «Ἡ Ἐκκλησία ὑπάρχει καί συνεχῶς μορφοῦται ἐν τοῖς μυστηρίοις καί διά τῶν μυστηρίων. Οἱ διαβιοῦντες ἐκτός της μυστηριακῆς ζωῆς εἶναι ἐκτός τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ».[2]

Τό «Ἕνα Βάπτισμα» καί τό Βάπτισμα τῶν Αἱρετικῶν
Τό Ἅγιο Βάπτισμα εἶναι ἡ εἴσοδος στό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, καί ὡς ἐκ τούτου τό θεμέλιο καί ἡ προϋπόθεση ὅλων τῶν ἐπακόλουθων μυστηρίων. Ὅπως ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶπε: «ἐάν μή τις γεννηθῇ ἐξ ὕδατος καί πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» [3]. Ἡ αὐτογνωσία τῆς Ἐκκλησίας ἐκφράζεται πρωτίστως στό Σύμβολο τῆς Πίστεως [4], ἀλλά ἐπίσης καί στά αἰώνια λόγια τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ὅτι ὑπάρχει «εἷς Κύριος, μία πίστις, ἕν βάπτισμα· εἷς Θεός καί πατήρ πάντων, ὁ ἐπί πάντων καί διά πάντων καί ἐν πᾶσιν». [5] «Σ’ αὐτήν τήν ἀδιάσπαστη ἑνότητα ἀνήκει τό χριστιανικό βάπτισμα, σ’αὐτήν στηρίζεται ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας».[6] «Ὁ ἕνας Κύριος, ἡ μία πίστη, τό ἕνα βάπτισμα» καί τά τρία αὐτά – «συνθέτουν τήν ἔννοια τῆς μιᾶς Ἐκκλησίας καί διασφαλίζουν τήν ἀδιάσπαστη ἑνότητα της».[7] «Ἐκτός αὐτῆς ὅ,τι λέγεται «Ἐκκλησία» εἶναι συνάθροιση αἱρετικῶν πού ἔχουν ἀπολέσει τή μία πίστη στόν ἕνα Κύριο καί κατά συνέπεια τό βάπτισμα, τό ὁποῖο τελεῖται ἀπό αὐτούς, δέν εἶναι τό χριστιανικό βάπτισμα» [8]. Γιά τόν λόγο αὐτό οἱ αἱρετικοί καί οἱ σχισματικοί εἰσέρχονται στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας διά τοῦ βαπτίσματος.

H Ἐκκλησιαστική Οἰκονομία
Ἐπειδή ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἐν πλήρει ἐννοίᾳ ὁ οἰκονόμος καί ὁ ἀπόλυτος διαχειριστής τῶν μυστηρίων, ἐμπίπτει στόν σκοπό τῆς οἰκονομίας της νά δέχεται ἐάν τό θεωρεῖ δέον τά «μυστήρια» πού τελοῦνται ἐκτός Ἐκκλησίας, ἀπό τούς μή Ὀρθοδόξους, «ἄν καί αὐτά τά μυστήρια δέν εἶναι μυστήρια, ἐάν θεωροῦνται καθεαυτά καί μακριά ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία» [9]. Γι’αὐτόν τόν λόγο  οἱ ἱεροί κανόνες καί ἡ ἱερά παράδοσις προβλέπουν τήν ἐφαρμογή τῆς «ἐκκλησιαστικῆς οἰκονομίας». Αὐτή ἡ θεραπεία τῆς ἀντικανονικότητας ἐφαρμόζεται σέ αὐτούς πού ἀσθενοῦν στήν πίστη καί στήν ἐκκλησιαστική κοινωνία (δηλ. αἱρετικούς καί σχισματικούς), οἱ ὁποῖοι ὡστόσο «διασώζουν…καί τηροῦν βασικά τόν κανονικό βαπτισματικό τύπο» [10], δηλαδή, τελoῦν «τό βάπτισμα μέ τριπλή κατάδυση καί ἀνάδυση κατά τόν ἀποστολικό καί πατερικό τύπο του» [11]. Ὅταν αὐτή ἡ προϋπόθεση δέν ὑφίσταται, δέν εἶναι σκόπιμη καί οἰκοδομητική ἡ ἐφαρμογή τῆς «ἐκκλησιαστικῆς οἰκονομίας».

Ὁ ρόλος τῆς ἐκκλησιαστικῆς «οἰκονομίας» καί τά ὅριά της
Ἡ ἐφαρμογή τῆς οἰκονομίας μέ κανένα τρόπο δέν συνεπάγεται τήν ἀναγνώριση τῶν μυστηρίων καθεαυτά τῶν μή Ὀρθοδόξων. Αὐτό εἶναι κάτι πού ἀφορᾶ μόνο τά «μυστήρια» αὐτῶν πού εἰσέρχονται στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία [12]. Καί αὐτό, διότι ἡ αἵρεση καί τό σχίσμα ἐπέφεραν τήν ἀποκοπή ἀπό τή μία Ἐκκλησία καί συνεπῶς τήν ἀπώλεια τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς καί τῆς κανονικῆς ἱερωσύνης.[13] Ἡ Ἐκκλησία, ἑπομένως, πάντοτε καθοδηγούμενη ἀπό ποιμαντική φροντίδα, ἐφαρμόζει τήν οἰκονομία σέ ἰδιαίτερες περιπτώσεις μόνον ὅταν αὐτό ὁδηγεῖ στήν ἐπιστροφή τῶν ἑτεροδόξων χωρίς νά συσκοτίζει τήν ἀλήθεια τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας [14]. Ἡ «οἰκονομία» πάντοτε κινεῖται μέσα στό πνεῦμα καί στή βούληση τοῦ κανόνα τῆς πίστεως καί σκοπεύει στόν ἴδιο στόχο, ἔχοντας τήν ἀκρίβεια ὡς μέτρο καί τίς ἀρχές πού διατυπώνονται στό Εὐαγγέλιο ὡς ὁδηγό της. «Ἐάν ἡ «οἰκονομία» ὑπερβαίνει τόν κανόνα, δέν μπορεῖ ὅμως σέ καμμία περίπτωση νά τόν ἀντιστρατευθεῖ… Μπορεῖ νά εἶναι ὑπερβατική, οὐδέποτε ὅμως ἀνατρεπτική» [15]. Εἴτε, λοιπόν, ἡ Ἐκκλησία ἐφαρμόζει τήν «κατ’ἀκρίβειαν» θεραπεία τοῦ βαπτίσματος ἤ τήν «κατ’ οἰκονομίαν» θεραπεία τοῦ Χρίσματος ἤ τῆς ὁμολογίας τῆς πίστεως (ὑπό προϋποθέσεων, πού, ἐπί τό πλεῖστον, δέν ὑφίστανται σήμερα), αὐτό δέν σημαίνει καμμία ἀλλαγή στήν ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία ἤ στήν μυστηριακή θεολογία, ἀλλά ἁπλῶς μία ἀλλαγή στήν ποιμαντική πρακτική».[16]

Ἡ ἀναγνώριση καθεαυτό τοῦ αἱρετικοῦ Βαπτίσματος καί υἱοθέτηση τῆς οἰκουμενιστικῆς θεωρίας τῆς «διαιρεμένης ἐκκλησίας»
Σέ ἀντίθεση μέ τήν ὀρθόδοξη ἀντίληψη βρίσκεται ἡ κυριαρχοῦσα θεωρία τῶν οἰκουμενιστῶν σέ μία σειρά σχετικῶν μέ τό βάπτισμα ὑπογεγραμμένων ἐγγράφων καί δηλώσεων στό Λίβανο, στό Βατικανό, στήν Ἀμερική, στήν Αὐστραλία, στήν Γερμανία, καί ἀλλοῦ [17]. Πράγματι, αὐτές οἱ δηλώσεις, εἶναι οὐσιαστικά σύμφωνες μέ τή νέα ἐκκλησιολογία τῆς Β’ Βατικανῆς Συνόδου. Ἡ ἐκκλησιολογία αὐτή περιέχει μία διδασκαλία περί τοῦ αἱρετικοῦ βαπτίσματος, πού ἔχει τίς ρίζες της ἀποκλειστικά στόν θεολογικό κόσμο τῶν Λατίνων, μετά τό σχίσμα, πού συνοδικά υἱοθετήθηκε καί ἐκφράστηκε καινοτομικά στήν Β’ Βατικανή Σύνοδο. Οἱ ἐκκλησιολογικές ἀπόψεις ἐξεχόντων οἰκουμενιστῶν, παρότι ὑστεροῦν σέ σχέση μέ τήν ἐκλεπτυσμένη ἀνάπτυξη τῶν ἀντίστοιχων τῆς Β’ Βατικανῆς Συνόδου, ἐντούτοις συνάδουν μέ αὐτές τῶν Λατίνων ὁμολόγων τους στά οὐσιώδη στοιχεῖα τῆς νέας ἐκκλησιολογίας. Τά δύο οὐσιώδη χαρακτηριστικά τῆς νέας ἐκκλησιολογίας – ἡ ἀναγνώριση τοῦ ἑτεροδόξου Βαπτίσματος καθεαυτόν καί ἡ συνακόλουθη ἀναγνώριση τοῦ «ἐκκλησιαστικοῦ χαρακτῆρα» τῶν ἑτεροδόξων ὁμολογιῶν – ἔχουν γίνει ἀποδεκτά ἀπό ἐξέχοντες σύγχρονους οἰκουμενιστές. 
Ὑψηλά ἱστάμενοι ἰσχυρίζονται ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί ἡ αἵρεση τοῦ παπισμοῦ εἶναι «ἀδελφές Ἐκκλησίες, ὑπεύθυνες ἀπό κοινοῦ γιά τή διαφύλαξη τῆς Μιᾶς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ» καί καλοῦν τούς ὀρθοδόξους νά ἀναγνωρίσουν ὅτι μοιραζόμαστε μέ τούς Λατίνους ἕνα κοινό βάπτισμα καί κοινή μυστηριακή ζωή [18]. Ἀπό αὐτήν τήν ἀποδοχή μιᾶς κοινῆς μυστηριακῆς ζωῆς ἀπορρέει de facto ἡ διαίρεση τῆς Ἐκκλησίας, ὄχι μόνο «ἱστορικά», ἀλλά καί «ὀντολογικά» [19]. Ἐπιπλέον, κηρύττουν, «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ», τήν παναίρεση τῆς νέας οἰκουμενικῆς ἐκκλησιολογίας, ἡ ὁποία προωθεῖ τήν ἰδέα μιᾶς διαιρεμένης ἐκκλησίας «ἐν χρόνῳ». Ἔχουν ἀναπτύξει σαφῶς ἕνα μεῖζον ἀξίωμα τῆς νέας ἐκκλησιολογίας: συγκεκριμένα ὅτι ἡ Μία Ἐκκλησία δέν ὑφίσταται σήμερα ἀποκλειστικά στό πλαίσιο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καί ὅτι οἱ χωρισμένες Ἐκκλησίες δέν παύουν νά εἶναι ἕνα, παρά τό γεγονός ὅτι ἔχει χαθεῖ ἡ ἑνότητά τῆς πίστεως [20].
Παρακαλῶ, προσέξτε ὅτι ἐδῶ, ὅπως συμβαίνει καί στό προσυνοδικό κείμενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπό χριστιανικό κόσμο», δύο ἀντίθετες ἰδέες δηλώνονται: ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία, προφανῶς μόνον ἐκτός χρόνου, ἤ κατά ἄλλους, στήν ὀντολογική της φύση, καί παρ’ ὅλα αὐτά εἶναι «διηρημένη» ἱστορικά, «ἐν χρόνῳ», καί, ἐπιπλέον, ἐνυπάρχει σέ χωρισμένες τοπικές ἐκκλησίες. Αὐτή ἡ ἀντίφαση ἀποτελεῖ ἀκρογωνιαῖο λίθο τῆς νέας ἐκκλησιολογίας, πού ἀπορρίπτει τόν λεγόμενο «οἰκουμενισμό τῆς ἐπιστροφῆς»καί ἐπιμένει στόν «οἰκουμενισμό τῆς ἐνσωμάτωσης» [21]. Τό πιό διαβόητο παράδειγμα τέτοιου «οἰκουμενισμοῦ τῆς ἐνσωμάτωσης» εἶναι ἡ Συμφωνία τοῦ Balamand. Στό Balamand, κατ’ οὐσίαν υἱοθετήθηκε ἡ ἴδια ἐκκλησιολογία πού ἀποτυπώθηκε προδήλως στό ἐν λόγῳ προσυνοδικό κείμενο – ἡ ἀναγνώριση τῶν μυστηρίων καί τοῦ «ἐκκλησιαστικοῦ χαρακτῆρα» μιᾶς ἐκκλησίας διασπασμένης καί ἐντούτοις ἀκόμη, τρόπον τινά, ἑνωμένης. Αὐτή ἡ ἐκτροπή ἔκανε τόν μακαριστό πατέρα Ἰωάννη Ρωμανίδη νά ἀναφερθεῖ στό Balamand ὡς συνέχεια, ὡς ἐπακόλουθο τῆς Β’ Βατικανῆς Συνόδου. [22]


Ἀπό τήν ἀναγνώριση μυστηρίων Ἑτερόδοξων στήν ἀναγνώριση «Ἐκκλησιαστικότητας»
Ἡ ἀπόσταση ἀπό τήν ἀναγνώριση «ἐκκλησιαστικῶν στοιχείων», πρωτίστως τό βάπτισμα, μεταξύ τῶν ἑτεροδόξων ὡς τήν ἀναγνώριση «ἐκκλησιαστικοῦ χαρακτῆρα», ἤ «ἐκκλησιαστικότητας», σέ ἑτερόδοξες ὁμολογίες, εἶναι ἕνα πολύ μικρό βῆμα. Αὐτό τό βῆμα τό ἔκανε εὔκολα ἡ Β’ Βατικανή [23]. Τώρα οἱ ὀρθόδοξοι οἰκουμενιστές περιμένουν τό βῆμα αὐτό νά τό κάνει ἡ ἐπικείμενη πανορθόδοξη Σύνοδος.
Ἡ νέα εἰκόνα τῆς Ἐκκλησίας ἡ ὁποία προβάλλεται, μέ βάση τήν ἀναγνώριση τοῦ «ἐκκλησιαστικοῦ χαρακτῆρα» ποικίλων χριστιανικῶν ὁμολογιῶν, περιγράφεται πολύ παραστατικά ἀπό τόν Ἰησουΐτη ἀκαδημαϊκό θεολόγο Francis Sullivan: «Μπορεῖ κάποιος νὰ σκεφθεῖ τὴν παγκόσμια Ἐκκλησία ὡς μία κοινωνία (communion) – σὲ ποικίλα ἐπίπεδα πληρότητας – ‘σωμάτων’ ποὺ εἶναι περισσότερο ἢ λιγότερο πλήρεις Ἐκκλησίες … εἶναι μία πραγματικὴ κοινωνία, ποὺ πραγματοποιεῖται σὲ ποικίλους βαθμοὺς πυκνότητας ἢ πληρότητας, μία κοινωνία «σωμάτων» ποὺ στὸ σύνολό τους ἔχουν πραγματικὰ ἐκκλησιαστικὸ χαρακτῆρα, παρ᾽ ὅτι κάποια πληρέστερα ἀπὸ ἄλλα» [24]. 
Εἶναι καίριας σημασίας νά ἔχει κανείς στόν νοῦ του αὐτήν τήν ἰδέα τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν διαβάζει τό προσυνοδικό κείμενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπό χριστιανικό κόσμο». Στό παραμορφωμένο οἰκουμενικό ἐκκλησιολογικό πλαίσιο τοῦ μετά τή Β΄ Βατικανή – οἰκουμενισμοῦ, ἡ ἁπλή ταύτιση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τή Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία δέν ἀποκλείει τήν ταυτόχρονη ἀναγνώριση ἄλλων ἐκκλησιῶν, ὡς φορέων «ἐκκλησιαστικοῦ χαρακτῆρα», ἔστω κι ἄν εἶναι «λιγότερο ἤ περισσότερο πλήρεις ἐκκλησίες». Μία τέτοια ἀνορθόδοξη ἀνάγνωση εἶναι πολύ πιθανόν ὅταν τό κείμενο κάνει ἰδιαίτερες ἀναφορές σέ ἑτερόδοξες ὁμολογίες ὡς «ἐκκλησίες».
Σέ ἕνα δογματικό κείμενο τέτοιας φύσεως θά ἔπρεπε νά εἶναι προφανές ὅτι ὁ ὅρος πρέπει νά χρησιμοποιηθεῖ αὐστηρά σύμφωνα μέ τήν ὀρθόδοξη ἔννοια τῆς λέξης, ὥστε νά ἀποκλειστεῖ ὁποιαδήποτε πιθανή παρερμηνεία. Μέ δεδομένο τό νέο αὐτό ἀνορθόδοξο ἐκκλησιολογικό πρότυπο τοῦ οἰκουμενισμοῦ ὑπάρχει ἐπαρκής θεολογική βάση γιά τούς ἱεράρχες τῶν τοπικῶν ἐκκλησιῶν νά ἀπορρίψουν τό ἐν λόγῳ προσχέδιο κειμένου γιά τίς σχέσεις μέ τούς ἑτεροδόξους. Ἄν, ὅμως, ἐξετάσουμε ἐπιπλέον καί τίς ἀπόψεις κάποιων ἐξεχόντων οἰκουμενιστῶν θεολόγων, μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων, ὁρισμένοι ἐκ τῶν ὁποίων μάλιστα ἔχουν ἀσχοληθεῖ ἐνεργά μέ τήν κατάρτιση τῶν προσυνοδικῶν κειμένων, τότε προβάλλει ἐπείγουσα ἡ ἀνάγκη γιά ἀνεπιφύλακτη καταδίκη τῆς νέας ἐκκλησιολογίας, οὕτως ὥστε νά μήν γίνουν ἀποδεκτές ἑτερόδοξες ἀντιλήψεις γιά τήν Ἐκκλησία ὡς ὀρθόδοξες.

Ἡ προσπάθεια – μέσῳ τοῦ προσυνοδικοῦ κειμένου περί ἑτεροδόξων νά διασφαλιστεῖ πανορθόδοξη ἀποδοχή τῆς καθεαυτό ἀναγνώρισης τοῦ ἑτεροδόξου «βαπτίσματος»
Ὀρθόδοξοι οἰκουμενιστές ἰσχυρίζονται ὅτι ἡ παράγραφος 20 τοῦ προσυνοδικοῦ κειμένου «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπό χριστιανικό κόσμο», μέ τήν παραπομπή της στόν 7ο κανόνα τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί στόν 95ο τῆς Πενθέκτης, ὑποστηρίζει τήν «κατ’ οἰκονομίαν ἀναγνώριση τοῦ ‘ὑποστατοῦ καί ἐγκύρου τοῦ βαπτίσματος τῶν ἑτεροδόξων’» [25]. Ἕνας καθηγητής διατείνεται ἐπίσης ὅτι αὐτή ἡ ἀναγνώριση «ἔχει σημαντικές συνέπειες γιά τή θεώρηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς κατάστασης ἄλλων ἐκκλησιῶν καί ἄλλων Χριστιανών», [26] συμφωνώντας ἔτσι μέ τόν Congar καί τή Β΄ Βατικανή Σύνοδο στή σύνδεση τῆς ἀναγνώρισης τοῦ βαπτίσματος μέ τήν ἀναγνώριση τῆς «ἐκκλησιαστικότητας».
Ἐπιβάλλεται νά ἐξετάσουμε μέ μεγάλη προσοχή τήν πολύ προβληματική φράση πού χρησιμοποιοῦν: «κατ’ οἰκονομίαν ἀναγνώριση τοῦ ‘ὑποστατοῦ καί ἐγκύρου τοῦ βαπτίσματος’ τῶν ἑτεροδόξων». Οἱ ἱεροί κανόνες πού ἀναφέρονται στήν παράγραφο 20 δέν περιέχουν αὐτήν τή φράση. Στήν πραγματικότητα, οὐδείς ἐκ τῶν κανόνων τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι ἀφοροῦν στήν εἰσδοχή τῶν μεταστραφέντων αἱρετικῶν, δέν περιέχει αὐτήν τή διατύπωση. Ἀπουσιάζει παντελῶς ἀπό τούς Κανόνες οἱαδήποτε ἀναφορά σέ «ἀναγνώριση τοῦ βαπτίσματος», πολλῷ δέ μᾶλλον σέ ‘κατ’ οἰκονομίαν’ ἀναγνώριση».
Σέ τί, τότε, ἀναφέρονται οἱ Κανόνες; Τό σημεῖο ἀναφορᾶς γιά τήν ὀρθή ἑρμηνεία τῶν κανόνων αὐτῶν πού ἀφοροῦν στήν «κατ’ οἰκονομίαν» εἰσδοχή τῶν αἱρετικῶν εἶναι οἱ κανόνες 1 καί 47, τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Ὁ ἅγιος Βασίλειος, στήν πρώτη κανονική ἐπιστολή του, ἀφοῦ ἐξηγεῖ γιατί οἱ διάφοροι σχισματικοί (Καθαροί, Ἐγκρατευταί καί Ὑδροπαραστᾶται) θά ἔπρεπε νά βαπτίζονται κατά τήν ἐπιστροφή τους στήν Ἐκκλησία, ἀφήνει περιθώριο γιά ἐφαρμογή οἰκονομίας, ὅπου δεῖ, λέγοντας «Ἐπειδὴ δὲ ὅλως ἔδοξέ τισι τῶν κατὰ τὴν Ἀσίαν οἰκονομίας ἕνεκα τῶν πολλῶν δεχθῆναι αὐτῶν τὸ Βάπτισμα, ἔστω δεκτόν» [27].
Ὁ κανόνας ἀναφέρει ἀποδοχή, ὄχι ἀναγνώριση, τοῦ βαπτίσματος τῶν σχισματικῶν. Ὑπάρχει σημαντική διαφορά! Τό πρῶτο, ἡ ἀποδοχή, χρησιμεύει στό πλαίσιο τῆς ἐπιστροφῆς συγκεκριμένων προσώπων ἐν μετανοίᾳ, δηλαδή γίνεται μέ σεβασμό στήν ποιμαντική διαχείριση τῆς σωτηρίας τους. Τό δεύτερο, ἡ ἀναγνώριση, ὅπως χρησιμοποιήθηκε ἀπό τόν μητροπολίτη Μεσσηνίας καί τόν καθηγητή Τσομπανίδη, χρησιμεύει στό πλαίσιο σχισματικῶν καί αἱρετικῶν ὁμάδων, δηλαδή ἀφορᾶ στήν εκκλησιολογία [28]. Στήν πρώτη περίπτωση, τό πλαίσιο εἶναι ἡ ἀποδοχή ἑνός αἱρετικοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπέστρεψε στήν Ἐκκλησία, στή δεύτερη περίπτωση τό πλαίσιο εἶναι ἡ ἀναγνώριση τοῦ βαπτίσματός τῆς ὁμάδας τῶν ἑτεροδόξων αὐτῆς καθαυτήν. Ἑπομένως, ἡ φράση «κατ’ οἰκονομίαν ἀναγνώριση τοῦ ‘ὑποστατοῦ καί ἐγκύρου του βαπτίσματος’ τῶν ἑτεροδόξων» εἶναι ἕνα ἀπαράδεκτο καί παραπλανητικό συνονθύλευμα οιμαντικῆς θεολογίας καί ἐκκλησιολογίας. Δέν νοεῖται  «κατ’ οἰκονομίαν» ἀναγνώριση τοῦ βαπτίσματος  μόνον «κατ’ οἰκονομίαν» ἀποδοχή! Ἡ φρασεολογία αὐτή, ἐπίσης, φαίνεται πώς εἶναι ξένη πρός τήν  πατερική σκέψη, στό μέτρο πού ἀναφέρεται στήν ἀναγνώριση τοῦ ‘ὑποστατοῦ καί ἐγκύρου του αἱρετικοῦ βαπτίσματος’, δηλαδή στήν ἀναγνώριση καθεαυτή. Εἶναι παντελῶς ἀμάρτυρη: στούς ἱερούς κανόνες τῆς Ἐκκλησίας δέν θά βρεῖτε νά ἀναφέρεται κατ’ αὐτόν τόν τρόπο αἱρετικό βάπτισμα.
Παραδείγματος χάριν, στόν 47ο κανόνα του [29] ὁ Μέγας Βασίλειος ἀποδίδει τήν πρακτική της Ρώμης – νά δέχεται κάποιους μεταστραφέντες αἱρετικούς στήν Ἐκκλησία δίχως βάπτισμα  σέ τυχόν ἀνάγκη γιά ἄσκηση «οἰκονομίας» (οἰκονομίας τινός ἕνεκα), ἀλλά ὅμως ἐπιμένει νά βαπτισθοῦν, παρά τό γεγονός ὅτι βάπτιζαν στό ὄνομα τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Μέ τό νά ἀφήνει μέν περιθώριο γιά «οἰκονομία», ἀλλά ταυτόχρονα νά καλεῖ σέ βάπτισμα, ὁ ἅγιος ἀποκλείει τήν πιθανότητα ἀναγνώρισης καθεαυτό «βαπτίσματος» αἱρετικῶν καί σχισματικῶν. Ὅταν, σέ μεταγενέστερες συνοδικές ἀποφάσεις ἤ πατερικά κείμενα, στή διάρκεια τῆς δεύτερης χιλιετίας, οἱ βαπτίσεις τῶν Λατίνων χαρακτηρίζονται ὡς ἔγκυρες, αὐτό ἀναφέρεται στό κατά πόσον τηρήθηκε ἤ ὄχι αὐτός ὁ τύπος τοῦ βαπτίσματος. ἡ τριπλή κατάδυση. [30] Σκοπός τῆς ἀναγνώρισης ἑνός βαπτίσματος ὡς «ἔγκυρου», στήν περίπτωση τῶν Λατίνων, ὅταν γινόταν διά καταδύσεως, ἦταν νά ἀποφασιστεῖ ἄν συνέτρεχαν οἱ προϋποθέσεις γιά οἰκονομία καί ὄχι γιά νά ἀναγνωριστεῖ αὐτό καθεαυτό τό βάπτισμα [31]. Στήν ἐφαρμογή οἰκονομίας, ἡ Ἐκκλησία δέν ἀναγνωρίζει τήν «πραγματικότητα» τῶν αἱρετικῶν τελετουργιῶν, [32] ἀλλά ἐξετάζει μόνον τήν ἐγκυρότητά του, μέ τήν ἔννοια τῆς διατηρήσεως τῆς ἀποστολικοῦ τύπου. [33]
Συνεπῶς, δέν ὑπάρχει καμμία βάση καί εἶναι γιά μία ἀκόμη φορά παραπλανητικό καί ἀφίσταται τοῦ ὀρθοδόξου φρονήματος τό νά μιλᾶ κανείς γιά ἀναγνώριση τοῦ ‘‘ὑποστατοῦ καί ἐγκύρου τοῦ αἱρετικοῦ βαπτίσματος’’. Ἐάν γίνεται λόγος γιά τήν «ἀναγνώριση» τῶν τελετουργιῶν τῶν αἱρετικῶν, αὐτό εἶναι μόνον ὑπό τήν ἔννοια ἄν τελοῦνται ἔγκυρα, δηλαδή ὀρθά, κατά τόν ἀποστολικό τρόπο, προκειμένου νά καθοριστεῖ ἡ πιθανότητα- καί ὄχι ἡ ἀναγκαιότητα – τῆς ἀποδοχῆς κατ’ οἰκονομίαν, ὅπως εἶναι  σαφές στούς κανόνες 1 καί 47 τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Στήν ρίζα τῆς υἱοθετήσεως τῆς νέας οἰκουμενι(στι)κῆς ἐκκλησιολογίας, ἀπό τούς θεολόγους μέ «οἰκουμενικό» φρόνημα, βρίσκεται ἡ παρανόηση ἤ ἀπόρριψη τῆς «κατ’οἰκονομίαν» πρακτικῆς της Ἐκκλησίας ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἀποδοχή τῆς ἀποδοχῆς τοῦ αἱρετικοῦ ἤ σχισματικοῦ «βαπτίσματος». 
Ἀδυνατοῦν νά κατανοήσουν ὅτι ἡ ὄντως φιλάνθρωπη οἰκονομία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι οὐσιαστικά ἡ ἐλευθερία τῆς Κεφαλῆς τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ Χριστοῦ μας, νά ἐργάζεται τήν σωτηρία ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ὅπως Ἐκεῖνος κρίνει (ἐάν εἶναι ὄντως οἰκονομία καί ὄχι ἁπλῶς παρανομία). Ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖος εἶπε ὅτι πάντες πρέπει νά βαπτιστοῦν ἐξ ὕδατος καί Πνεύματος (Ἰω. 3:5) γιά νά εἰσέλθουν στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἐπίσης εἶπε στόν ἀβάπτιστο ληστή ἐπί τοῦ σταυροῦ, «σήμερον μετ’ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ παραδείσῳ» (Λουκᾶ 23:43). Ἐπίσης, ἔχουμε πλῆθος μαρτύρων, οἱ ὁποῖοι βαπτίσθηκαν στό αἷμα τους καί ὄχι σέ νερό καί ἄλλους οἱ ὁποῖοι κρεμάστηκαν ἤ θανατώθηκαν μέ κάποιον ἄλλο τρόπο. Ἔτσι λοιπόν, εἶναι ξεκάθαρο ὅτι ὁ Κύριος δέν περιορίζεται ἀπό τίς δικές Του ἐντολές εἶναι ἐλεύθερος νά ἐργάζεται τήν Θεία Οἰκονομία ἐν τῇ Εκκλησίᾳ του. Αὐτό ἀκριβῶς εἶναι τό κλειδί: «ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ». Ἡ οἰκονομία δέν μπορεῖ ποτέ νά ἀποτελέσει βάση ἐκκλησιολογίας, ὅπως ἡ ἐλευθερία τοῦ Κυρίου δέν μπορεῖ ποτέ νά ἀντιταχθεῖ πρός τίς ἴδιες Του τίς Ἐντολές. Ἡ οἰκονομία δέν ἰσοῦται μέ τήν ἀναγνώριση ἐκκλησιαστικῶν μυστηρίων αὐτῶν καθαυτά. Ὡστόσο, αὐτό ἀκριβῶς θά ἐπιθυμοῦσαν, μερικοί ἀπό τούς ἐξέχοντες οἰκουμενιστές καί συντάκτες τοῦ προσυνοδικοῦ κειμένου νά ἐγκρίνουν οἱ ὀρθόδοξοι. Ὠθοῦν πρός τήν πανορθόδοξη ἀναγνώριση μιᾶς διαφορετικῆς, ἀνορθόδοξης εἰκόνας τῆς Ἐκκλησίας, μιᾶς αἱρετικῆς ἐκκλησιολογίας, ἡ ὁποία ἔχει ἤδη γίνει δεκτή ἀπό τή Β΄ Βατικανή καί πολλούς συμμετέχοντες στό Π.Σ.Ε. Τώρα πλέον πρέπει νά εἶναι σαφές σέ ὅλους ὅτι ἡ ἀπόρριψη τοῦ δίπτυχου κανόνα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, ἀκρίβεια-οἰκονομία, ὡς ἑρμηνευτικοῦ κλειδιοῦ τῆς ποιμαντικῆς μας πρακτικῆς ὁδηγεῖ ἀργά ἤ γρήγορα σέ μία αἱρετική θεώρηση τῆς Ἐκκλησίας.

Συμπέρασμα
Σήμερα, ἡ ὀλισθηρή κατηφόρα τῆς καινοτομίας ἔχει ὁδηγήσει πολλούς οἰκουμενιστές μέχρι τοῦ σημείου νά ἀναγνωρίζουν ὄχι μόνον τό Βάπτισμα, ἀλλά καί τήν «Θεία Εὐχαριστία τῶν ἑτεροδόξων». [34] Ἐξαιτίας τῆς ἑνότητος τῶν μυστηρίων, ἡ ἀναγνώριση τῆς Θείας Εὐχαριστίας εἶναι τό ἀναμενόμενο καί λογικό ἀποτέλεσμα τῆς ἀποσύνδεσης τῶν κανονικῶν καί χαρισματικῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας, τά ὁποῖα συμπίπτουν καί φανερώνονται στή Θεία Εὐχαριστία. Παρότι ἡ ὀρθόδοξη πίστη φέρεται ἀκόμη ὡς τό ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ γιά τό «Κοινόν Ποτήριον», στήν πραγματικότητα μέ τήν ἀναγνώριση «ἑτεροδόξων μυστηρίων», ἀκόμη καί αὐτῆς τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ἡ ἑνότητα τῆς Πίστεως ἔχει πάψει νά ἀποτελεῖ προαπαιτούμενο. Πράγματι, ἄν ἡ πανορθόδοξη Σύνοδος ἐπιτρέψει μία οἰκουμενιστική ἑρμηνεία, ἀναγνωρίζοντας «μυστήρια «καί «ἐκκλησιαστικότητα» τῶν ἑτεροδόξων, τότε τό Κοινόν Ποτήριον θά εἶναι ἁπλῶς μία τυπική ἐπιβεβαίωση τῆς παρεκτροπῆς. Θά ἔχει τότε ἤδη ἐπιτευχθεῖ μία ἕνωση, ἀλλά θά εἶναι οὐσιαστικά ψευδο-ἕνωση, δεδομένου ὅτι οἱ ἑτερόδοξοι δέν θά ἔχουν ἀποκηρύξει οὔτε ἕνα αἱρετικό δόγμα.


1. Ἑρμηνεία τῆς Θείας Λειτουργίας κεφ. λη΄.Migne, PG. 150,452 C. Βλ. Μεταλληνοῦ, π. Γ.Δ., Δοκίμια Ὀρθόδοξης Μαρτυρίας (Ἀθῆνα: Ἐκδόσεις Ἄθως, 2001), «Ἐξ ὕδατος καί πνεύματος», σ. 67-87.
2. π. Ἰω. Ρωμανίδου, Τό Προπατορικόν Ἁμάρτημα, Ἀθῆνα 1989, σ. 173.
3. Ἰωάν. 3,5.
4. «Εἰς Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολική Ἐκκλησία. Ὁμολογῶ ἕν βάπτισμα εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν.» Προφανῶς αὐτά τά δύο ἄρθρα τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως σχεδιάστηκαν γιά νά ὁμολογοῦνται τό ἕνα μετά τό ἄλλο, ἀκριβῶς ἐπειδή τό δεύτερον, «ἕν βάπτισμᾳ» ἐννοεῖται ὅτι λαμβάνει χώρα στό πρῶτο, στήν «Μία Ἐκκλησία».
5. Ἐφ. 3:5-6 
6. Παπαθανασίου Χρήστου, Τό «Κατ’ Ἀκρίβειαν» Βάπτισμα καί Οἱ ἐξ Αὐτοῦ Παρεκκλίσεις,(Ἀθῆνα:Γρηγόρη, 2001), σ.258.
7. Ὅπ. παρ. σ. 293.
8. Ὅπ. παρ. σ. 258.
9. Ἐπίσκοπος Κάλλιστος Ware, Εὐστράτιος Ἀργέντης: Μία Μελέτη τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας ὑπό τόν Τουρκικό Ζυγό (Ὀξφόρδη: Clarendon Press, 1964) σ. 83-84
10. Ὅπ. παρ. σ. 296-7.
11. “[Η] οἰκονομία κατά τήν ἐπιστροφή (=εἴσοδο) στήν Ὀρθοδοξία Λατίνων καί γενικά τῶν Δυτικῶν χριστιανῶν, μπορεῖ νά ἐφαρμοσθεῖ μόνο στήν περίπτωση, πού κάποια χριστιανική ὁμολογία τελεῖ τό βάπτισμα μέ τριπλῆ κατάδυση καί ἀνάδυση κατά τήν ἀποστολική καί πατερική μορφή του”. Π. Γεώργιος Μεταλληνός, Ὁμολογῶ Ἕν Βάπτισμα ( Ἅγιον Ὄρος: Ἱ. Μ. Ἁγίου Παύλου, 1994) σ. 122. H ἐκκλησιαστική οἰκονομία δέν ἐφαρμόζεται σέ ὁποιαδήποτε περίπτωση, ἀλλά μόνο ὅταν οἱ τυπικές προϋποθέσεις ἐκπληρώνονται. «Ἐφαρμόζεται μέ βάση ἀρχές πού τήν προβλέπουν καί τήν προσδιορίζουν.» (Παπαθανασίου, Τό «Κατ’ Ἀκρίβειαν» Βάπτισμα, σ.296.)
12. Βλ: Ware, Εὐστρατίου Ἀργέντη, σ. 84. Πρέπει νά σημειωθεῖ ὅτι, ὅταν ἡ ἐφαρμογή τῆς οἰκονομίας, πού ὁπωσδήποτε δικαιολογῆται μόνο σέ ἐξαιρετικές περιπτώσεις, καθιστᾶ θολή τή γραμμή μεταξύ τῆς ὀρθοδοξίας καί τῆς αἱρέσεως ἤ διαιωνίζει τίς ἐσφαλμένες ἀντιλήψεις σχετικά μέ τίς ἑτερόδοξες τελετές, εἶναι αὐτοαναιρούμενη, στό βαθμό πού ἡ οἰκονομία στοχεύει στό ἴδιο ἀποτέλεσμα μέ τήν ἀκρίβεια, ἄν καί τό κάνει αὐτό μέ διαφορετικό τρόπο.
13. Βλ. Α΄ κανόνας τοῦ Μεγ. Βασιλείου. Ἐκεῖ ὁ Μέγας Πατήρ τῆς Ἐκκλησίας συμφωνεῖ πλήρως μέ τόν Ἅγ. Κυπριανό ὅτι μέ τό σχίσμα αὐτοί πού ἀποχωροῦν ἀπό τήν Ἐκκλησία δέν κατέχουν πλέον τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀποκόπτεται τελικά τό ἱερατικό χάρισμα, καί δέν ἐπιτρέπεται ἡ μεταβίβαση τῆς ἱερωσύνης. Χωρίς τή μετάδοση τῆς ἱερωσύνης, τήν ἀποστολική διαδοχή, οἱ βαζόμενοι ἀπό λαϊκούς. Ἑπομένως, «οὔτε τοῦ βαπτίζειν, οὔτε τοῦ χειροτονεῖν εἶχον ἐξουσίαν».
14. Βλ: Ware, Εὐστράτιος Αργέντη, σ. 85.
15. Παπαθανασίου, Τό «Κατ’ Ἀκρίβειαν» Βάπτισμα, σ.298.
16. Ware, Ευστρατίου Ἀργέντη, σ.85. Ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ἱερόθεος γράφει: «Ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ νά ἀποδεχθῆ κάποιον αἱρετικό μέ τήν ἀρχή τῆς οἰκονομίας, χωρίς αὐτό νά σημαίνη ὅτι ἀναγνωρίζει ὡς Ἐκκλησία τήν κοινότητα πού τόν εἶχε προηγουμένως βαπτίσει». Ἐκκλησιαστική Παρέμβαση, Νο. 71 (Δεκέμβριος 2001).
17. Βλ: The Declaration of the Seventh Plenary Session of the Joint International Commission for Theological Dialogue Between the Catholic Church and the Orthodox Church, “Uniatism, Method of Union of the Past, and the Present Search for Full Communion,” (Balamand, Lebanon, 1993), Επίσκεψις, τ. 520 (31 Ιουλίου 1995), σελ. 20, Κοινή διακήρυξις τοῦ Πάπα Ἰωάννου Παύλου ΙΙ καί Πατριάρχου Βαρθολομαίου [Common Declaration of Pope John Paul II and Patriarch Bartholomew] “Call to Unity” (29 Ιουνίου, 1995, section 4), Baptism and Sacramental Economy, An Agreed Statement of The North American Orthodox-Catholic Theological Consultation (St. Vladimirs Orthodox Seminary, Crestwood, New York, June 3, 1999), Austalian Churches Coveting Together,” National Council of Churches of Australia, «Συμφωνητικό έγγραφο» του Εθνικού Συμβουλίου Εκκλησιών της Αυστραλίας (2004), Τόν Ὀκτώβριο τοῦ 2004 ὁ ἐκπρόσωπος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στήν Γερμανία, Μητροπολίτης Αὐγουστῖνος, ὑπέγραψε μία διακήρυξη μέ τήν Εὐαγγελική Ἐκκλησία τῆς Γερμανίας, ἀναγνωρίζοντας ἕνα κοινό Βάπτισμα καί ὑποσχόμενος νά μή βαπτίζουν τούς προσήλυτους, βλ. http://www.goarch.org /news/goa.news1213· Τό 2007, ἡ Ἐπιτροπή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Γερμανίας (KOKiD), μέ ἐπικεφαλῆς τόν Μητροπολίτη Αὐγουστῖνο, συνυπέγραψε μέ ἕνδεκα (11) γερμανικές ὁμολογίες μία κοινή διακήρυξη γιά τό κοινό Βάπτισμα.  
18. Ἐπίσκεψις, τ. 520 (31 Ιουλίου 1995),σελ. 20, Κοινή διακήρυξις τοῦ πάπα Ἰωάννου Παύλου ΙΙ καί Πατριάρχου Βαρθολομαίου [Common Declaration of Pope John Paul II and Patriarch Bartholomew] “Call to Unity,” 29 Ἰουνίου 1995, παρ. 4.
19. Σέ ὁμιλία του, κατά τή θρονική ἑορτή τοῦ Πατριαρχείου στίς 30.11.1998, ἀπευθυνόμενος πρός τόν ἐκπρόσωπο τοῦ Βατικανοῦ, Καρδινάλιο Cassidy, ὁ Προκαθήμενος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀναφέρθηκε σέ ἐκείνους τῶν προπατόρων μας, ἀπό τούς ὁποίους ἐμεῖς – εἶπε – (Ὀρθόδοξοι καί Ρωμαιοκαθολικοί) κληρονομήσαμε αὐτόν τόν χωρισμό, καί αὐτοί ἦταν τά ἀτυχῆ θύματα τοῦ ὄφεως, πού εἶναι ἡ ἀρχή ὅλων τῶν κακῶν. Καταλήγοντας δέ εἶπε: «Εἴθε νά ἀξιώση ἡμᾶς ὁ Κύριος νά ἴδωμεν καί τήν ἀνάστασιν τῆς ἑνότητος τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας Αὐτοῦ. Ἀμήν.» Τό πλῆρες κείμενο δημοσιεύεται στό περιοδικό «Ἐπίσκεψις» [αρ. τεύχους 563 (1998), σελ. 4-8]
20. Βλ: Χαιρετισμός τῆς Α.Θ.Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου κατά τήν ὑποδοχήν Αὐτοῦ ὑπό τῆς Α.Θ.Μακαριότητος, τοῦ Πατριάρχου Ἱεροσολύμων κ.κ. Θεοφίλου, ἐν τῷ Πανιέρῳ Ναῷ τῆς Ἀναστάσεως (23 Μαΐου 2014). Οἱ σχετικές παράγραφοι (4 και 5) εἶναι οἱ ἑξῆς: “Ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἡ ἱδρυθεῖσα ὑπό τοῦ ἐν «ἀρχῇ Λόγου», τοῦ «ὄντος πρός τόν Θεόν», καί «Θεοῦ ὄντος» Λόγου, κατά τόν εὐαγγελιστήν τῆς ἀγάπης, δυστυχῶς κατά τήν ἐπί γῆς στρατείαν αὐτῆς, λόγῳ τῆς ὑπερισχύσεως τῆς ἀνθρωπίνης ἀδυναμίας καί τοῦ πεπερασμένου θελήματος τοῦ ἀνθρωπίνου νοός, διεσπάσθη ἐν χρόνῳ. Οὕτω διεμορφώθησαν καταστάσεις καί ὁμάδες ποικίλαι, ἐκ τῶν ὁποίων ἑκάστη διεκδικεῖ «αὐθεντίαν» καί «ἀλήθειαν». Ἡ Ἀλήθεια ὅμως εἶναι Μία, ὁ Χριστός, καί ἡ ἱδρυθεῖσα ὑπ᾿ Αὐτοῦ Μία Ἐκκλησία. Ἡ Ἁγία Ὀρθόδοξος ἡμῶν Ἐκκλησία κατέβαλε πρό τοῦ μεγάλου Σχίσματος τοῦ 1054 μεταξύ Ἀνατολῆς καί Δύσεως, ἀλλά καί μετ᾿ αὐτό, προσπαθείας πρός ὑπέρβασιν τῶν διαφορῶν, προερχομένων ἐν ἀρχῇ καί ἐν πολλοῖς ἐξ ἀλλοτρίων τοῦ περιβόλου τῆς Ἐκκλησίας παραγόντων. Ἀτυχῶς, ὑπερίσχυσεν ὁ ἀνθρώπινος παράγων, καί διά τῆς συσσωρεύσεως προσθηκῶν «θεολογικῶν», «πρακτικῶν» καί «κοινωνικῶν» αἱ κατά τόπους Ἐκκλησίαι ὡδήγηθησαν εἰς διάσπασιν τῆς ἑνότητος τῆς πίστεως, εἰς ἀπομόνωσιν, ἐξελιχθεῖσαν ἐνίοτε εἰς ἐχθρικήν πολεμικήν.” Βλ. http://www.ec-patr.org/docdisplay.php?lang=gr&id=1914 &tla=gr.
21. Βλ. Ἐπίσης: Yves Congar, Essais oecumeniques,pp. 212-213 ὡς ἀναφέρεται ὁ Aidan Nichols OP, στό Yves Congar (Morehouse-Barlow, London, 1989), p. 103. Ὁ Congar διατύπωσε ὡς ἑξῆς τήν ἀναδυόμενη συμφωνία: «Στίς παραμονές τοῦ περί οἰκουμενισμοῦ Διατάγματος ὑπῆρχε μία κάποια συναίνεση μεταξύ τῶν καθολικῶν θεολόγων ὑπέρ μιᾶς θεολογίας τῆς διαφοροποιημένης συμμετοχῆς τῶν μήΡωμαιοκαθολικῶν ἐκκλησιαστικῶν κοινοτήτων στόν θησαυρό τῆς μιᾶς Ἐκκλησίας καί, ἐπίσης, ὑπέρ ἑνός Οἰκουμενισμοῦ τῆς ἐνσωμάτωσης, ὁ ὁποῖος θά μποροῦσε νά εἶναι κάτι διαφορετικό ἀπό μία ἁπλή καί καθαρή ‘ἐπιστροφή’».
22. Θεολογία, Τόμος ΞΔ’ (1993), Τομ. VI, Τεύχος 4, σελ. 570-580. Βλ: http://www. ecclesia.gr/greek/press/ theologia/archive_all_9099.asp?etos=1993. Έγραψε ο π. Ιωάννης: “Now that the Balamand agreement has become a candidate to become a sequel to Vatican II and in which case Uniatism will no longer have any reason for existing, the Orthodox will be faced with the consequences of their continued refusal of communion with the Latins and Uniates. What is most interesting is the fact that according to the Balamand agreement mysteries are valid whether one accepts 7 or 22 Ecumenical Councils and their teachings and practices. The impression will be certainly created that only lack of love could be the reason why the Orthodox may continue to refuse inter-communion and con-celebration with the Vatican.” 
23. Βλ. UR 22, LG 11, 15 καὶ Acta Synodalia, III/2, 335. Ἡ ἐξήγηση τοῦ καρδινάλιου Kasper ἔχει ὡς ἑξῆς: «Τό Βάπτισμα… εἶναι τό μυστήριο τῆς πίστεως, κατά τό ὁποῖο οἱ βαπτισμένοι ἀνήκουν στό ἕνα Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Ὡς ἐκ τούτου, οἱ μή-καθολικοί χριστιανοί δέν εἶναι ἐκτός τῆς μιᾶς ἐκκλησίας, ἀλλά ἀνήκουν ἤδη σ’ αὐτήν κατά τρόπο οὐσιωδέστατο. Ὁ οἰκουμενισμός … ἔχει ὀντολογικό θεμέλιο καί ὀντολογικό βάθος, στήν βάση τοῦ ἑνός κοινοῦ Βαπτίσματος. Εἶναι ἕνα γεγονός τοῦ Πνεύματος» (Kasper, “The Decree on Ecumenism – Read Anew After Forty Years”, κεφάλαιο IV, παράγραφος 3)
24. Francis A. Sullivan, S.J., “The Significance of the Vatican II Declaration that the Church of Christ ‘Subsists in’ the Roman Catholic Church,” σ. 283 (ἔμφαση τοῦ γράφοντος). Σύμφωνα ἐπίσης μέ τόν Ι. Σπιτέρη, «ἀπὸ [τὴν ἐγκύκλιο UUS] προκύπτει μία νέα ἔννοια τῆς Ἐκκλησίας ποὺ συνίσταται ἀπὸ μία κοινωνία ἐκκλησιῶν, στὴν ὁποία, κατὰ κάποιον τρόπο, ἀνήκουν ὅλες οἱ χριστιανικὲς ἐκκλησίες» (Ἰ. Σπιτέρης, «Ἡ Καθολικὴ Ἐκκλησία καὶ οἱ ἄλλες χριστιανικὲς ἐκκλησίες», Θ. Κοντίδης (ἐπιμ.), Ὁ Καθολικισμός, Ἀθῆνα 2000, σ. 246).
25. Βλ: http://blogs.auth.gr/moschosg/2015/12/08/μητροπολίτηςμεσσηνίας-χρυσόστομος-2/ και http://blogs.auth.gr/moschosg/2015/12/17στυλιανός-τσομπανίδης-ορθόδοξη-εκκλ/
Ὁ Μητροπολίτης Χρυσόστομος γράφει ἐκεῖ τά ἑξῆς: «Διά τῆς παρούσης παραγράφου προσδιορίσθησαν πανορθοδόξως τά ὅρια τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἔναντι τῶν ἄλλων χριστιανικῶν ἐκκλησιῶν καί ὁμολογιῶν, δέν ἀμφισβητήθη ἡ ὕπαρξις αὐτῶν καί «κατ’ οἰκονομίαν» ἀνεγνωρίσθη, τό συμφώνως πρός τήν κανονικήν παράδοσιν, ὑποστατόν καί ἔγκυρον τοῦ βαπτίσματος»
26. «Ἡ ἀναλογική ἐφαρμογή τοῦ πνεύματος κανόνων, ὅπως οἱ 7 τῆς Β΄ καί 95 τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῶν Συνόδων, πού ἀναφέρονται στήν 21η παράγραφο τῆς Ε΄ Προσυνοδικῆς, στή νέα πραγματικότητα τῆς σύγχρονης Οἰκουμενικῆς Κίνησης καί τῶν εἰρηνικῶν διαλόγων, συνεπάγεται τήν ἀναγνώριση τοῦ «ὑποστατοῦ» ἤ καί τοῦ «ἐγκύρου» του Βαπτίσματος. Ἡ κατ’ οἰκονομίαν ἀναγνώριση τοῦ βαπτίσματος ἔχει σημαντικές συνέπειες γιά τή θεώρηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς κατάστασης ἄλλων Ἐκκλησιῶν καί ἄλλων Χριστιανῶν». 
27. Πρόδρομου Ι. Ἀκανθόπουλου, Κώδικας Ἱερῶν Κανόνων καί Ἐκκλησιαστικῶν Νόμων (Θεσσαλονίκη: Ἀδελφῶν Κυριακίδη, 2000), 509-513.
28. Ἡ ἀνεπαίσθητη αὐτή μετακίνηση ἐκ μέρους τῶν Ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστῶν, ἀπό τήν ποιμαντική μέριμνα γιά τούς ἑτεροδόξους, οἱ ὁποῖοι ἐπιστρέφουν στήν Ἐκκλησία, στήν ἐκκλησιολογική μέριμνα γιά τίς ἑτερόδοξες κοινότητες καθαυτές, ἀνακαλεῖ στή μνήμη τήν καινοτόμο ἀλλαγή ἑστιασμοῦ τοῦ Yves Congar ἀπό τούς σχισματικούς, ὡς ἄτομα, σέ ὁμάδες σχισματικῶν καί αἱρετικῶν αὐτῶν καθαυτῶν.
29. Ἀκανθόπουλου, Κώδικας Ἱερῶν Κανόνων καί Ἐκκλησιαστικῶν Νόμων, 546- 547.
30. Βλ. «Fr. George Dragas, The M.anner of Reception of Roman Catholic Converts into the Orthodox Church, with Special Reference to the Decisions of the Synods of 1484 (Constantinople),1755 (Constantinople) and 1667 (Moscow)»: http://www.myriobiblos.gr/texts/english/ Dragas_RomanCatholic_1.html.
31. Ὡς ἐπί τό πλεῖστον, ὅπου ἡ Ἐκκλησία ἀντιλαμβανόταν ὅτι οἱ Λατῖνοι ἐπιτελοῦσαν βάπτισμα μέ μία κατάδυση, ἤ μέ ἔγχυση, οἱ μεταστραφέντες στήν Ὀρθοδοξία Λατῖνοι βαπτίζονταν, ἐπειδή δέν συνέτρεχαν οἱ προϋποθέσεις γιά τήν «Οἰκονομία». Ὅταν ὅμως ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, ἐκεῖνοι πού προσέτρεχαν γιά νά εἶναι «στή μερίδα τῶν σωζομένων” εἶχαν βαπτισθεῖ ἀπό τούς Λατίνους κατά τόν ἀποστολικό τύπο, ἡ «οἰκονομία» θεωροῦνταν ὡς ἀποδεκτή, ἀλλά ὄχιἀπαραίτητη.
32. Αὐτή ἡ βασική καί ἐπικρατοῦσα γιά πολύ καιρό ἀντίληψη ἐπαναδιατυπώθηκε πρόσφατα ἀπό τόν μητροπολίτη Ἠλείας, Γερμανό, στήν εἰσήγησή του ἐνώπιον τῆς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (8 Μαρτίου 2016), ὡς ἐκπροσώπου αὐτῆς στή Διάσκεψη τῶν Πρωθιεραρχῶν στή Γενεύη.
33. Αὐτό εἶναι σαφές στήν περίπτωση τῶν Εὐνομιανῶν, γιά τούς ὁποίους ἡ πιθανότητα εἰσδοχῆς «κατ’ οἰκονομίαν» ἀπορρίφθηκε ἀπό τή Β΄ Οἰκουμενική Σύνοδο, καθότι δέν διατήρησαν τήν ἀποστολική μορφή βαπτίσματος μέ τριπλή κατάδυση, ἀλλά βάπτιζαν μέ μία μόνο κατάδυση «ἐν τῷ θανάτῳ τοῦ Χριστοῦ».
34. Ὁ Μητροπολίτης Διολείας Κάλλιστος Γουέαρ (Ware) παρατήρησε πρόσφατα: «Ὁρισμένοι [ἀπό τούς πιό αὐστηρούς Ὀρθοδόξους] θά ἔλεγαν ὅτι ἔξω ἀπό τά ὁρατά ὅρια τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας δέν ὑφίστανται ἀληθινά Μυστήρια, οὔτε ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τώρα, γιά μένα, ὡς Ὀρθόδοξο, αὐτό μου εἶναι δύσκολο νά τό πιστέψω. Βεβαιώνομαι ὅμως, διά τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος σέ ἄλλες χριστιανικές κοινότητες καί ἀσφαλῶς πιστεύω ὅτι ὑπάρχει ἀληθινή χάρις τοῦ βαπτίσματος, ὅπου τελεῖται βάπτισμα στό ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος καί χρησιμοποιεῖται νερό. Ἀσφαλῶς, καθόσον ἀφορᾶ τούς Ρωμαιοκαθολικούς, πιστεύω στήν ἀληθινή πραγματικότητα τοῦ Μυστηρίου, ὅτι πράγματι αὐτή εἶναι ἀληθινή Εὐχαριστία» 
(www.ancientfaith.com/specials/kallistos_lectures/what_can_evangelicals_and_orthodox_learn_from_one_another).
το βρήκαμε εδώ

Τρίτη, 3 Οκτωβρίου 2017

"Ὄχι τὸ Ὄρος δὲν πρέπει νὰ σὲ δέχεται, ἀλλ᾽ οὔτε ἡ μάννα ποὺ σὲ γέννησε. Ἡ φουρτούνα ποὺ σήκωσες αὐτὴ θὰ σὲ πνίξη. Μέριασε."

Αποτέλεσμα εικόνας για Γέροντος Γρηγορίου Ι Μ Δοχειαρίου
Μια δυνατή φωνή αγιορείτικη του Γέροντα Γρηγορίου Ηγουμένου της Μονής Δοχειαρίου


ΤΟ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΣ ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΑ
Ὡς ἄνθρωπος τῆς ὑπαίθρου καὶ τῶν θαλασσοδαρμένων νησιῶν, ἔπρεπε νὰ σπουδάσω τοὺς καιρούς, ὄχι ἁπλὰ νὰ τοὺς μάθω. Ἡ κυβέρνησή σου ταξίδεψε μὲ μπάτη. Σιγά-σιγὰ ὅμως ἔγινε μαϊστράλι καὶ τώρα μαΐστρος μὲ τὰ μάγγανα, ποὺ ξερριζώνει τὰ κλαδιὰ καὶ ἐκσφενδονίζει πέτρες, καὶ ἀπὸ τὴν στεριὰ καὶ ἀπὸ τὴν θάλασσα.

Τὰ χρόνια τῆς σκλαβιᾶς ὁ ραγιᾶς τραγουδοῦσε: «Μέριασε, βράχε, νὰ διαβῶ». Μὲ αὐτὸ τὸ μικρὸ τραγουδάκι, ποὺ τὸ ἔλεγε ἄλλοτε ψιθυριστὰ καὶ ἄλλοτε δυνατά, ἀναγνώριζε ὅτι οἱ κρατοῦντες ἦταν βράχος. Ἀλλὰ κι ἐγώ, ὁ ραγιᾶς, εἶμαι φουρνέλο, κι ἂς μὴ φαίνωμαι. Αἰσθάνομαι κι ἐγὼ τὴν ρώμη τῶν δυνάμεών μου. Δὲν μπορῶ νὰ σὲ ἀφανίσω, ἀλλὰ μπορῶ νὰ σὲ μεριάσω, γι᾽ αὐτὸ σοῦ λέω «μέριασε», δὲν σοῦ λέω «ἐξαφανίσου». Δὲν σοῦ συνιστῶ, λοιπόν, οὔτε νὰ πέσης οὔτε νὰ παραιτηθῆς, ἀλλὰ νὰ παραμερίσης μὲ ἀξιοπρέπεια καὶ τιμή.

Ἀνέβηκες σὲ μιὰ πίστα καὶ χορεύεις, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν μπορεῖς νὰ παρακολουθήσης τὰ ὄργανα καὶ μπερδεύονται τὰ βήματά σου. Δὲν μπορεῖς νὰ ἀκούσης τὴν θλιμμένη σήμερα φωνὴ τοῦ κότσυφα, ποὺ λέγει: «Θέλω τὸν Σταυρὸ στοὺς τρούλλους, στὰ καμπαναριὰ τῶν ἐκκλησιῶν, στὰ ἱστία τῶν καραβιῶν καὶ στὸν ἱστὸ τῆς σημαίας. Τὴν μπάλα ποὺ μοῦ ἔβαλες δὲν μπορῶ νὰ τὴν σιγουρευτῶ, ἐνῶ τὰ σκέλη τοῦ σταυροῦ χρόνια τὰ ἔχω βῆμα καὶ τραγουδῶ καὶ ἀνακοινώνω τῆς ἄνοιξης τὶς ὀμορφιὲς καὶ τοῦ χειμῶνα τὶς κακοκαιριές». Ὅποιος τόλμησε στὴν ἱστορία νὰ ρίξη τὸν Σταυρό, τοῦ ᾽ρθε ἡ μπάλα στὸ κεφάλι. Ὄχι τὰ σύμβολα τῆς πίστεως καὶ τοῦ Γένους μας ἀφανισμένα καὶ ἀλογάριαστα ἀπὸ τοὺς κρατοῦντες. Ὄχι οἱ ἀνακοινώσεις τῆς λατρείας ἀπὸ τοὺς κράχτες τῶν τηλεοπτικῶν καναλιῶν, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν παρηγορήτρα καμπάνα. (Βρέθηκα σὲ νοσηλευτήριο τοῦ Βερολίνου. Ἡ μόνη μου παρηγοριὰ ἤτανε κάθε βράδυ ὁ ἦχος μιᾶς καμπάνας, ἴσως ἀπὸ κάποιο μοναστήρι.) Κυριολεκτικὰ δαπανᾶσθε νὰ ὑψώσετε μιναρέδες σ᾽ αὐτὸν τὸν τόπο τὸν ἅγιο καὶ ἀφήνετε τὰ μνημεῖα τοῦ Ἔθνους, τοῦ Γένους καὶ τῆς Ἐκκλησίας νὰ γκρεμίζωνται.

Ἀπόσυρε τὰ θρησκευτικὰ ποὺ διδάσκονται σήμερα τὰ παιδιὰ στὰ σχολεῖα. Δὲν μιλᾶνε αὐτὰ γιὰ τὸν Θεό, ἀλλὰ γιὰ τὰ βδελύγματα τῶν ἐθνῶν. Ἀναπιάνεται τὸ προζύμι χωρὶς νερό; Στὰ χέρια κολλᾶ καὶ τὸ δέρμα βγάζει. Νυμφεύσου στὴν ἐκκλησία, ὅπως καὶ οἱ πρόγονοί σου. Βάπτισε τὰ παιδιά σου, ὅπως βαπτίστηκες κι ἐσύ. Συμμάζεψε κάθε ὑβριστὴ τῆς πίστεως. Ἡ Ἑλλάδα θεμελιώθηκε πάνω στὴν ἀρχὴ τῆς θεοκρατίας. Πρέπει κάθε μέρα νὰ ἀναπλάθεται καὶ νὰ φρεσκάρεται τὸ φύραμά της. Ἂν εἶσαι χριστιανὸς καὶ παρασύρθηκες σὲ ὅσα ἔπραξες μέχρι τώρα, μετανόησε. Ἂν συνειδητὰ δὲν πιστεύεις, παραμέρισε.


Δὲν σὲ γνωρίζω, οὔτε τὸ κάλλος τοῦ προσώπου σου εἶδα ποτέ. Καὶ δὲν θέλω νὰ συναντηθοῦμε, γιατὶ δὲν εἶμαι ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος νὰ σοῦ ἀλλάξω πορεία. Σὲ βλέπω ποὺ τρέχεις σὰν τὸν εἰδωλολάτρη παπᾶ ποὺ ξυλοκόπησε τὸν μοναχό, καὶ τὰ χρόνια τῆς κυβέρνησής σου στριφογυρίζεις τὸ ραβδί σου στὸν ἀέρα. Οὔτε τὸ ραβδί σου θέλω νὰ πάρω οὔτε ἐσένα νὰ πιάσω. Ἀλλὰ ἡ ὀρθόδοξη Ἑλλάδα δὲν διαθέτει τέτοιον ἄνεμο, νὰ ἀνεμίζη ὁ κάθε ἄπιστος καὶ εἰδωλολάτρης τὴν βέργα ποὺ κρατάει στὰ χέρια του. Θέλεις νὰ ἔρθης καὶ στὸ Ἅγιον Ὄρος νὰ στριφογυρίσης τὸ ραβδί σου. Ἀλλὰ θὰ περπατήσης τόσο μόνος, ὅσο ἡ ἐλαφίνα στ᾽ ἀπόσκια τῶν βουνῶν. Ὁ τόπος θὰ σὲ δεχθῆ; Ἀλλὰ οἱ μοναχοί, μόλις σὲ δοῦνε, θὰ σὲ πάρουνε γιὰ παγωμένο μαΐστρο καὶ θ᾽ ἀρχίσουν νὰ φτερνίζωνται.

Ἀπόσυρε τοὺς νόμους ποὺ κατέβασαν τὸν Σταυρό, ποὺ σταμάτησαν τὶς προσευχὲς στὰ σχολεῖα. Ὁ Τοῦρκος, μὲ τὸν ὁποῖο καυκαλίζεσαι, τρεῖς φορὲς τὴν ἡμέρα γονατίζει στὸν θεό του, καὶ τὸ ὀρθόδοξο σχολειὸ θὰ συνάγεται στὶς αἴθουσες ὅπως τὰ μοσχάρια στὰ βοσκοτόπια; Ὅσο ὁ Τοῦρκος μᾶς βάζει χέρι, τόσο ἐμεῖς πρέπει νὰ τοῦ πατᾶμε πόδι. Δὲν μπορεῖς; Μέριασε. Μόνος σου ὡδήγησες τὸν ἑαυτό σου στὸ φρύδι τοῦ βουνοῦ. Προτοῦ πέσης, μέριασε.


Ἡ Ἑλλάδα πρέπει νὰ ἀναπνέη Χριστὸ καὶ ὄχι τὴν μπόχα τῆς βενζίνης καὶ τοῦ καμένου λαδιοῦ. Ὁ Θεὸς σ᾽ αὐτὴν τὴν χώρα ἔδωσε πλούσια τὰ ἀγαθὰ γιὰ τὰ δῶρα τῆς λατρείας· τὸ σιτάρι, τὸ λάδι καὶ τὸ κρασί. Δὲν μᾶς τά ᾽δωσε γιὰ νὰ τὰ τρῶμε στὰ μπαράκια καὶ νὰ τὰ ρουφοῦμε στὰ ποτήρια, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἱερουργοῦμε τὸ ἱλαστήριο μυστήριο. Μὴ καταργῆς τὴν Κυριακή. Πολλοὶ ἔδωσαν τὸ αἷμα τους, γιὰ νὰ μείνη αὐτὴ ἡ ἡμέρα «τοῦ Κυρίου». Καὶ μὴ φέρνης στὸ προσκήνιο τὸ Σάββατο. Μὴν ἀμνηστεύης τὴν μοιχεία καὶ ὅλες τὶς ἄλλες παραμέτρους τῆς ἁμαρτίας αὐτῆς. Μὴ θεσπίζης τὰ ζευγαρώματα ποὺ δὲν κάνουν οὔτε τὰ ζῶα, γιατὶ ὁ Θεὸς τὰ κατέκαυσε. Ἄναψες φωτιὲς ποὺ καῖνε ὄχι μόνον τὰ ξερά, ἀλλὰ καὶ τὰ χλωρά. Μὲ αὐτοὺς τοὺς νόμους σάρωσες τὴν οἰκογένεια καὶ τὴν ὀρθόδοξη χριστιανικὴ κοινωνία. Δὲν σὲ θεωρῶ κούσουλο, γιὰ νὰ σὲ φυσήξω νὰ παραμερίσης, ἀλλὰ ἄνδρα σπουδαῖο, μὲ δυνάμεις ὅμως καταστρεπτικές.
Πληροφοροῦμαι ὅτι δόγμα θὰ ἐξέλθη ἀπὸ τὴν βουλή σας, ποὺ θὰ δηλώνη ὁ ἄνθρωπος τὸ φύλο του στὰ δεκαπέντε του χρόνια. Δηλαδή, μέχρι δεκαπέντε ἐτῶν θὰ ψάχνωμαι, γιὰ νὰ προσδιορίσω τὴν δύναμη τῆς ψυχῆς ποὺ λέγεται «ἐπιθυμητικόν». Αὐτὸ εἶναι ἐπέμβαση τοῦ ἀνθρώπου στὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς δὲν θὰ ὑπνώση· θὰ ἐξεγερθῆ καὶ δὲν θὰ βρεθῆ ὁ οἶκος σου εἰς τὸν αἰῶνα. Μετὰ ἀπὸ ἕνα τέτοιο νόμο, ἡ Ἑλλάδα θὰ γίνη κρανίου τόπος. 
 Μὴ παλεύης τὸν Ἰσραήλ, μὴ τὰ βάζης μὲ τὸν Ἰσχυρό, μὴ καθυβρίζης τὸν Δημιουργό. Ἐμεῖς ποὺ ἐμακρύναμε ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ φυγαδευθήκαμε στὶς ἐρήμους, ζοῦμε μέσα στὸν κόσμο περισσότερο ἀπὸ σένα ποὺ ζῆς στὸ κέντρο τῆς Ἀθήνας. Βδελυκτὰ καὶ παράνομα πράγματα κατεργάζεσαι. Ὁ ἄνθρωπος ἀγωνίζεται γιὰ τὴν ἐλευθερία του, κι ἐσὺ νομοθέτησες τὴν σκλαβιὰ στὴν ζωή του. Ὁ σκλαβωμένος στὰ πάθη του δὲν εἶναι ἐλεύθερος. Συλλογίσου τα αὐτὰ καὶ παραμέρισε.

Ἄφησε τὶς τόλμες τὶς ἄτολμες. Ἄφησε τοὺς ἀνδρισμούς, ἀφοῦ ἔγινες γυναίκα. Εἴτε πιστεύεις εἴτε δὲν πιστεύεις, εἶσαι ἀπόγονος τοῦ Ἀδάμ, καὶ ἐσὺ καὶ τὸ σινάφι σου, καὶ ὑπάρχει κρίση καὶ ἀνταπόδοση. Φρενάρισε, γιατὶ σκούνταψες καὶ δὲν ὑπάρχει κανένας νὰ σοῦ φέξη, σὲ λίγο θὰ στερῆσαι καὶ δὲν θὰ ἔχης τὸν ἐλεοῦντα.
Μὲ αὐτὸν τὸν νόμο κορυφώνεις τὸ κακό, σταματᾶς τὰ καυχήματα τῶν γονιῶν, τοὺς βάζεις στὴν ἀμφισβήτηση ἂν ἀναθρέφουν ἄνδρα ἢ γυναίκα, σταματᾶς τὸ νανούρισμα τῆς μάννας. Τί θὰ λέη ὅταν κουνάη τὸ παιδί της; «Παιδούλα μου» ἢ «Ἀγόρι μου»; Ὁ ἄνθρωπος μὲ τὶς δαιμονικὲς δυνάμεις κλίνει πρὸς τὸ κακό. Ἂν τὸ κατοχυρώσης καὶ μὲ νόμο, τότε ἦρθε ἡ ἐποχὴ νὰ ψάχνουμε «ὁ διάβολος θηλυκὸς εἶναι ἢ ἀρσενικός;» Ἡ ἱστορία τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων τέτοια φοβερὴ ἀπόκλιση δὲν εἶχε ποτέ. Ὄχι τὸ Ὄρος δὲν πρέπει νὰ σὲ δέχεται, ἀλλ᾽ οὔτε ἡ μάννα ποὺ σὲ γέννησε. Ἡ φουρτούνα ποὺ σήκωσες αὐτὴ θὰ σὲ πνίξη. Μέριασε.

Χριστιανοί, μὴ θροῆσθε. Δὲν θὰ μείνουμε μόνοι μας. Θὰ φύγουμε ἀπὸ τὴν σκιὰ τοῦ θανάτου καὶ θὰ κοιτασθοῦμε κάτω ἀπὸ εὐσκιόφυλλα δένδρα. Ἐμεῖς, οἱ βαπτισθέντες καὶ Θεὸν ὁμολογοῦντες, λέμε:

Ἐξεγέρθητι, Κύριε, ἐν τῇ δυνάμει σου καὶ σῶσον πάντας ἡμᾶς ἀπὸ τὰ ἔθνη τὰ φρυαττόμενα. Κύριε τῶν δυνάμεων, τὸ παρασόλι σου ζητοῦμε, τὸ ἀλεξίβροχό σου. Οὔτε σταγόνα βροχῆς νὰ μὴ μᾶς εὕρη ἀπὸ τὴν καταιγίδα τοῦ ΣΥΡΙΖΑ. Ἄστραψε καὶ βρόντηξε καὶ σκόρπισε τὰ φρυάγματα τῶν ἐθνῶν καὶ διάλυσε τὶς βουλὲς τῶν ἀσεβῶν.

Συντηρητικοὺς μᾶς λέτε. Τὸ Ὄρος εἶναι συντηρητικό, ἀλλὰ μὲ διάκριση. Οὔτε νεοζηλωτὲς εἴμαστε οὔτε φανατικοὶ φονταμενταλιστές. Ἁπλῶς διακρίνουμε ποιὰ πράγματα χρειάζονται συντήρηση καὶ ποιὰ πέταμα. Ἐσεῖς βάζετε τὰ σάπια πράγματα στὴν συντήρηση; Ἐμεῖς τὰ θεωροῦμε θανατικὰ καὶ γιὰ τὰ ζῶα μας ἀκόμη καὶ λέμε «θάψτε τα· ἂν τὰ φᾶνε, θὰ ψοφήσουν». Θαφτῆτε μόνοι σας, γιατὶ βρωμᾶτε πτωμαΐνη. Ἡ μοσχοβολιὰ τοῦ φθινοπώρου δὲν μπορεῖ νὰ ὑπερνικήση τὴν δυσοσμία σας. Σὲ τοποθέτησαν νὰ ἀροτριᾶς τὴν γῆ καὶ ὄχι νὰ τὴν καταστρέφης. Παραμέρισε.

Γρηγόριος ὁ Ἀρχιπελαγίτης

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)